Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Παρνασσισμός

Ο παρνασσισμός είναι ένα λογοτεχνικό κίνημα που εμφανίζεται στη Γαλλία γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, ως αντίδραση προς το ρομαντισμό, ο οποίος εκείνη την εποχή βρίσκεται ήδη στη φάση της παρακμής. Σιγά-σιγά θα εξαπλωθεί σε μερικές ακόμη χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1866 από τους Κατούλ Μαντές και Ξαβιέ ντε Ρικάρ όταν εξέδωσαν το φιλολογικό περιοδικό "Σύγχρονος Παρνασσός" που αποτελούσε αναφορά στο ελληνικό βουνό Παρνασσός και την μυθολογική του υπόσταση ως κατοικία των Μουσών. Αργότερα o Αλφόνς Λεμέρ εξέδωσε επ΄ αυτού την ομώνυμη ποιητική ανθολογία του. Παρνασσικά στοιχεία εντοπίζουμε στους ποιητές Συλί Πρυντόμ, Σάρλ Μπωντλαίρ, Στεφάν Μαλαρμέ, Λωτρεαμόν, κ.ά.
Ο παρνασσισμός δίνει μεγάλη σημασία στην ακρίβεια της έκφρασης και στη λεπτομέρεια, καθώς προασπαθεί να καλλιεργήσει μιαν απρόσωπη και αντικειμενική ποίηση, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό το επιστημονικό πνεύμα της εποχής. Σε ό,τι αφορά την επεξεργασία του στίχου, σέβεται τους ρυθμικούς, μετρικούς και στιχουργικούς κανόνες, καθώς και την ομοιοκαταληξία, και γενικά ενδιαφέρεται υπερβολικά για τη μορφή.
Οι παρνασσικοί ποιητές αντλούν τα θέματα και τις εικόνες τους από τη μυθολογία και την ιστορία και αναζητούν την έμπνευσή τους στους χαμένους πολιτισμούς της αρχαιότητας, ιδίως στον ελληνικό και τον ινδικό. Αυτό που τελικά επιδιώκουν είναι η απουσία κάθε συναισθήματος, πάθους ή έντασης. Θέλουν κυρίως να εκφράσουν την ηρεμία τη γαλήνη, την απάθεια και για αυτό το σκοπό υιοθετούν ως ένα βαθμό την πλαστικότητα και την αρμονία της κλασικής τέχνης. Για τους παρνασσικούς ποιητές, το ποίημα πρέπει να έχει την ομορφιά ενός αρχαίου αγάλματος.
Ωστόσο, στην προσπάθειά τους να καλλιεργήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτή την απρόσωπη και αντικειμενική έκφραση, αυτόν τον απόλυτα ισορροπημένο και ψυχρό ποιητικό τόνο και ύφος, οι παρνασσικοί δημιούργησαν μια ποίηση χωρίς αληθινή ζωή ή ανθρώπινη παρουσία, μακριά από κάθε συναίσθημα. Αρνούμενοι δηλαδή το ρομαντισμό, έφτασαν τελικά στους αντίποδές του.
Σε ό, τι αφορά τη νεοελληνική λογοτεχνία, ο παρνασσισμός κάνει την εμφάνισή του με την ποιητική γενιά του 1880, τη λεγόμενη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Και στη χώρα μας εμφανίζεται στο προσκήνιο ως αντίδραση στο ρομαντισμό, ενώ έχει όλα τα χαρακτηριστικά του γαλλικού παρνασσισμού, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο σε σχέση με το ρομαντισμό είναι ότι ο παρνασσισμός αρνείται την καθαρεύουσα και στρέφεται προς τη δημοτική (οι Έλληνες παρνασσικοί ποιητές ανήκουν στη λεγόμενη γενιά του δημοτικισμού).
Με τον παρνασσισμό η ποίηση, ιδιαίτερα η ελληνική, επανέρχεται σε μια ισορροπία, μετά το ξέφρενο συναισθηματικό και πολύ συχνά αρρωστημένο ξέσπασμα του ρομαντισμού. Από την άποψη αυτή ο παρνασσισμός αποτελει ένα είδος νεο-κλασικισμού.
Παρνασσικά ποήματα έγραψαν κυρίως οι Κωστής Παλαμάς, Ιωάννης Γρυπάρης, Γεώργιος Δροσίνης, Νίκος Καμπάς, Αριστομένης Προβελέγγιος, Λορέντζος Μαβίλης, κ.ά., καθώς και οι κάπως μεταγενέστεροι Άγγελος Σικελιανός και Κώστας Βάρναλης.

Πηγή: Λεξικό Λογοτεχνικών όρων, ΟΕΔΒ, σελ. 141-142.


Κωστής Παλαμάς

Της Αθηνάς ανάγλυφο

1896

Πῶς ἀκούμπησες ἄπραγα τὸ δόρυ;
Τὴ φοβερή σου περικεφαλαία
βαριὰ πῶς γέρνεις πρὸς τὸ στῆθος, Κόρη;
Ποιὸς πόνος τόσο εἶναι τρανός, ὦ Ἰδέα,
γιὰ νὰ σὲ φτάση! Ὀχτροὶ κεραυνοφόροι
δὲν εἶναι γιὰ δικά σου τρόπαια νέα;
Δὲν ὁδηγεῖ στὸ Βράχο σου τὴν πλώρη
τοῦ καραβιοῦ σου πλέον πομπὴ ἀθηναῖα;
Σὲ ταφόπετρα βλέπω νὰ τὴν ἔχη
καρφωμένη μία πίκρα τὴν Παλλάδα.
Ὤ! κάτι μέγα, ἀπίστευτο θὰ τρέχη ...
Χαμένη κλαῖς τὴν ἱερή σου πόλη
ἢ νεκρὴ μέσ᾿ στὸ μνῆμα καὶ τὴν ὅλη
τοῦ τότε καὶ τοῦ τώρα, ὠιμένα! Ἑλλάδα;


Ιωάννης Γρυπάρης

Εστιάδες

Bαθειά άκραχτα μεσάνυχτα, τρισκότεινοι ουρανοί
πάν' απ' την Πολιτεία την κοιμισμένη·
κι άξαφνα σέρνει του Kακού το Πνεύμα μια φωνή,
τρόμου φωνή ― κι όλοι πετιούνται αλλαλιασμένοι.

«Έσβυσε η άσβυστη φωτιά!» κι όλοι δρομούν φορά
τυφλοί μέσα στη νύχτα να προφτάσουν,
όχι μ' ελπίδα πως μπορεί νάν ψεύτρα η συμφορά
παρά να δουν τα μάτια τους και τη χορτάσουν.

Θαρρείς νεκροί κι απάρηασαν τα μνήματ' αραχνά
σύγκαιρα ορθοί για τη στερνή την κρίση,
κ' ενώ οι ανέγνωμοι σπαρνούν μες σε κακό βραχνά
μην τύχη τρέμουνε κανείς και τους ξυπνήση.

M' ένα πνιχτό μονόχνωτο αναφυλλητό σκυφτοί
προς της Eστίας το Nαό τραβούνε
και μπρος στην Πύλη διάπλατα τη χάλκινη ανοιχτή
ένα τα μύρια γίνουνται μάτια να ιδούνε.

Kαι βλέπουν: με της γνώριμης αρχαίας των αρετής
το σχήμα τ' ανωφέλευτο ντυμένες
στον προδομένο το Bωμόν εμπρός γονυπετείς
τις Eστιάδες τις σεμνές, μα κολασμένες.

Tο κρίμα τους εστάθηκε μια άβουλη αναμελιά
κι αραθυμιά ― σαν της δικής μας νιότης!
μα η Άγια η Φωτιά, μια πόσβυσε, δεν την ανάβει πλια
ανθρώπινο προσάναμμα ή πυροδότης.

Kι όσο κι αν με τις φούχτες των σκορπίζουν στα μαλλιά
με συντριβή και με ταπεινοσύνη,
του κάκου! στη χλια χόβολη και μες στη στάχτη πλια
σπίθας ιδέα ουδ' έλπιση δεν έχει μείνη.

K' είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν πρι ο καινούργιος ο ήλιος ανατείλη
κάμη το θάμα του ο ουρανός και στ' άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλη.

Kι αν είν και πέση απάνω τους, ας πέση! όπως ζητά
το δίκιο κ' οι Παρθένες το ζητούνε,
που ιδού τις, με τα χέρια τους στα ουράνια σηκωτά
και την ψυχή στα μάτια τους τον προσκαλούνε.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Tάχα το θάμα κ' έγινε; ― πες μου το να στο πω,
γνώμη άβουλη, γνώμη άδικη μιας νιότης
σαν τη δικιά μας, πόσβυσεν έτσι χωρίς σκοπό
κι ακόμα ζη και ζένεται ― με το σκοπό της!

(Σκαραβαίοι και Τερρακότες)

Αν διαβάσετε προσεκτικά τα παραπάνω ποιήματα, θα εντοπίσετε χαρακτηριστικά του παρνασσισμού. Ποια είναι αυτά;
Ποια χαρακτηριστικά του παρνασσισμού αναγνωρίζετε στο ποίημα "Αγορά" του Κωστή Παλαμά που συμπεριλαμβάνεται στο σχολικό βιβλίο;

Παρατηρείτε ότι κάποιοι ποιητές, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Λορέντζος Μαβίλης, κ.ά. αναφέρονται τόσο στην ανάρτηση για τον παρνασσισμό όσο και σ' συτή για τον συμβολισμό. Τι σημαίνει αυτό για το ποιητικό έργο τους; Τι σημαίνει για τα δύο λογοτεχνικά ρεύματα;





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου