Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

Σε ένα "Έργο χωρίς λάθη" η Ιωάννα και η Ελένη ιχνηλατούν τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου, ως τελευταία απόλαυση του καβαφικού Αντωνίου, σε μια σύγχρονη Αλεξάνδρεια...



Ελένη Κολίδου  -  Ιωάννα Κυρκούδη



Απολείπειν ο Θεός  Αντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

   

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

"Η Μαρίνα των βράχων"

Η Αναστασία ζωγραφίζει την αιθέρια "Μαρίνα των βράχων" του Οδυσσέα Ελύτη...

"... Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες ..."



Αναστασία  Ουζουνίδου


Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Το πορτρέτο του Κωνσταντίνου Καβάφη

 Ο Δανιήλ σκιτσάρει τον Κωνσταντίνο Καβάφη...





Δανιήλ Πανταζής


Αισθανόμαστε τον ποιητή να μας εξομολογείται:

Κάθομαι και ρεμβάζω.   Επιθυμίες κ’ αισθήσεις
εκόμισα εις την Τέχνην—   κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ή γραμμές·   ερώτων ατελών
κάτι αβέβαιες μνήμες.   Aς αφεθώ σ’ αυτήν.
Ξέρει να σχηματίσει   Μορφήν της Καλλονής·
σχεδόν ανεπαισθήτως   τον βίον συμπληρούσα,
συνδυάζουσα εντυπώσεις,   συνδυάζουσα τες μέρες. 

"Εκόμισα εις την Τέχνη"
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Έμπνευση από τον Κωστή Παλαμά

Ο Ιάκωβος ζωγραφίζει "Το πανηγύρι στα σπάρτα" του Κωστή Παλαμά...

Νιώθουμε κι εμείς τους στίχους του ποιητή:

"...νιώθω το φίλημα του βάλτου, και στα στήθη
νιώθω το χάιδεμα του βούρλου, νιώθω εντός μου
τη μοίρα του γυμνού και τ' ανήμπορου κόσμου. ..."




Ιάκωβος Κουρτέσης




Ο Νίκος Καββαδίας εμπνέει...

Ο Νίκος Καββαδίας, ναυτικός ο ίδιος, ποιητής "της θολής γραμμών των οριζόντων", εμπνέει την Κωνσταντίνα...



Κωνσταντίνα Αβραμίδου


Έπεσε το πούσι αποβραδίς 
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις. ...

Από το "Πούσι" του Νίκου Καββαδία


Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Άνοιξη

Η αναζήτηση του κλειδιού για της Λογοτεχνίας την Πύλη φαίνεται πως αρχίζει να αποδίδει καρπούς!
Την αρχή κάνει ένας μαθητής του σχολείου μας γράφοντας ποίηση.
Τον ευχαριστούμε...


Σάντρο Μποτιτσέλι, Η Αλληγορία της Άνοιξης
Η  Άνοιξη, ω η Άνοιξη

Η φύσις όλη χαίρει και χαίρομαι και γω
που σ' έχω μπρος μου.

Το πρόσωπό σου ο ήλιος, τα μάτια σου
ηλιαχτίδες. Τα χείλη σου κόκκινα σαν του
Μαγιού κεράσια. Και το χαμόγελό σου
κάτασπρο σαν το αγνό κρινάκι. Και γω
στέκομαι αμίλητος μπρος στην ομορφιά
σου.

Ο Έρωτας σιμά μας στέκεται, γλυκά μας
τραγουδά για της ζωής τις χάρες.

Μα ξάφνου εσκοτείνιασε κι εχάθη της
φύσεως η ομορφιά, το κάλλος και η γλύκα.

Χάθηκε το χαμόγελο μες στης νυχτιάς
τα ουρλιαχτά, κι εχάθηκαν τα μάτια σου
όπως το ηλιοβασιλεμα.

Χάθηκες και χάθηκα, έφυγε η πνοή μου
όπως φεύγει ο άνεμος της λησμονιάς.
Έφυγες και τέλειωσε η ζωή μου.

Χρήστος Πουλουκτσής.

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Οδυσσέας Ελύτης

Ο Οδυσσέας Ελύτης αξιοποιεί αριστοτεχνικά τη μαγεία της ελληνικής γλώσσας για να αναδείξει το φυσικό τοπίο και τον πολιτισμό της Ελλάδας, αλλά και για να μιλήσει για τα πάθη της. Οι επιρροές στην ποίηση του Ελύτη έχουν βαθιές ρίζες στο χρόνο, από τα ομηρικά έπη και την αρχαία λυρική ποίηση έως τη βυζαντινή υμνογραφία και  τα δημοτικά τραγούδια. Ιχνηλατούνται στοιχεία της νεότερης ποιητικής δημιουργίας, ελληνικής και ευρωπαϊκής, από το Σολωμό και τον Καβάφη έως τον γαλλικό υπερρεαλισμό, που μετουσιώνονται σε λυρικές εικόνες φωτός και ήχου, διεγερτικές των αισθήσεων. Η συνειρμική εναλλαγή των εικόνων με χαλαρή νοηματική αλληλουχία, ο τολμηρός και συχνά απροσδόκητος συνδυασμός λέξεων και ο αποφθεγματικός λόγος με την περιορισμένη στίξη  αποπνέουν μια βαθιά αίσθηση της ζωής και μια γλυκιά αισιοδοξία που καθηλώνουν τον αναγνώστη.
Η διεθνής αναγνώριση έρχεται με την απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979.




Μονόγραμμα

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ ’ακούς
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ΄ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πας και ποιος, μ’ ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ’ρθει μέρα, μ ’ακούς
Να μας θάψουν,  κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα- ένα, μ΄ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησιά, μ΄  ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δυο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ ’ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα , δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -- ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;



Η τρελή ροδιά

Πρωινό ερωτηματικό
κέφι a pleine haleine


Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

Oταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που βάζει ανύποπτη μες τα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονοματά τους - πέστε μου
είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συνεφιά του κόσμου;

Στη μέρα που απ' τη ζήλεια της στολίζεται μ' εφτά λογιώ φτερά
ζώνοντας τον αιώνιο ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
εκτυφλωτικά, πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
που αρπάει μια χαίτη μ' εκατό βιτσιές στο τρέξιμο της
ποτέ θλιμένη και ποτέ γκρινιάρα - πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
που ξεφωνίζει την καινούργια ελπίδα που ανατέλλει;

Πέστε μου είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει τα μάκρη
τινάζοντας ένα μαντήλι φύλλα από δροσερή φωτιά,
μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια,
με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
σ' αμύριστες ακρογιαλιές - πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
που τρίζει τάρμενα ψηλά στο διάφανο αιθέρα;

Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι' εορτάζει
αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια - πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;

Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου,
πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει,
τινάζοντας απ' τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της,
ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά,
πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων,
στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;



Άξιον Εστί
[Της αγάπης αίματα]

Tης αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Kαι χαρές ανείδωτες * με σκιάσανε
Oξειδώθηκα μες στη * νοτιά των ανθρώπων
Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο

Στ' ανοιχτά του πέλαγου *με καρτέρεσαν
Mε μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
Aμαρτία μου νά ’χα * κι εγώ μιαν αγάπη
Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο

Tον Iούλιο κάποτε * μισανοίξανε
Tα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Tην παρθένα ζωή μια * στιγμή  να φωτίσουν
Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο

Kι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Tων αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
“O που σ’ είδε, στο αίμα * να ζει και στην πέτρα"
Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο

Tης πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Mες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα  * με φως ξεπληρώνω
Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο


Η Μαρίνα των βράχων