Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Δύο νουβέλες και δώδεκα διηγήματα του Κυριάκου Δημητρίου


Δύο νουβέλες και δώδεκα διηγήματα του Κυριάκου Δημητρίου
("Ο αναγνώστης" [ηλεκτρονικό περιοδικό], 25 Ιανουαρίου 2017)

Οι δύο νουβέλες Το Χειρόγραφο και Τρεις μήνες και μια μέρα και τα δώδεκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή Άνθρωποι στο βαγόνι του Κυριάκου Δημητρίου κυκλοφόρησαν το 2016 από τις εκδόσεις “Πορεία”, συστήνοντας στην Κύπρο και την Ελλάδα έναν νεοεμφανιζόμενο λογοτέχνη που φέρνει νέα πνοή στα ελληνικά γράμματα. Οι σπουδές του στην Πολιτική Φιλοσοφία, η διδασκαλία της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και η εντρύφησή του στην αρχαιοελληνική πολιτική σκέψη και την πρόσληψή της στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία αποτελούν στο έργο του ένα διακριτικό αλλά ευδιάκριτο υπόστρωμα, το οποίο μετουσιώνεται σε πρώτη ύλη για τη λογοτεχνική του γραφή. Αρχαίοι μύθοι, στίχοι παλαιότερων και σύγχρονων ποιητών, απηχήσεις από φιλοσοφικά κείμενα και ποικίλα λογοτεχνικά αναγνώσματα προδίδουν ευρυμάθεια, διερευνητική διάθεση και κριτική σκέψη. Από τον Όμηρο και τον Πλάτωνα έως τον Χόμπς και τον Νίτσε στοχασμοί φιλοσόφων και μελετητών, περισσότερο ή λιγότερο γνωστών στο αναγνωστικό κοινό, εμβολιάζουν την αφήγηση και μυούν τον αναγνώστη στη σκέψη και το έργο τους. Ένα πολύ χρηστικό παράρτημα στο τέλος, στο οποίο μπορεί συνεχώς να ανατρέχει ο αναγνώστης, παρουσιάζει συνοπτικά τα ερευνητικά ενδιαφέροντα και την εργογραφία των στοχαστών που αναφέρονται σε κάθε νουβέλα.
Η σκηνοθεσία στις νουβέλες του Κυριάκου Δημητρίου προκρίνει το κέντρο του Λονδίνου. Στο Χειρόγραφο, το δάσος του Χάιγκεϊτ, το “μαγεμένο δάσος της νεφέλης” (σ. 15), το φυσικό σκηνικό που αντικρίζει καθημερινά ο κεντρικός ήρωας από το παράθυρό του, αποτελεί το μοναδικό ίσως αμετάβλητο στο χρόνο στοιχείο που περιβάλλει τον διαρκώς μεταμορφούμενο ψυχικά και σωματικά ήρωα. Στο Τρεις μήνες και μια μέρα, το σύγχρονο Λονδρέζικο αρχιτεκτονικό τοπίο που φέρει ακέραια τα ίχνη της μεσαιωνικής καταγωγής του, “αναγκασμένο να ζει και να ξαναζεί καθημερινά την ιστορία του, παγιδευμένο στους χωματένιους αμαξόδρομους” (σ. 17), σταδιακά μεταμορφώνεται βυθιζόμενο στο παρελθόν, συμπαρασύροντας τον αφηγητή και όλα τα πρόσωπα της ιστορίας. Το σκηνικό στα διηγήματα της συλλογής Άνθρωποι στο βαγόνι στήνεται σε γνώριμα τοπία του ευρωπαϊκού κυρίως χώρου.
Ο χρόνος όμως είναι ο βασικότερος άξονας πάνω στον οποίο διαρθρώνεται η αφήγηση και εκτείνεται από το παρόν μέχρι το βάθος του παρελθόντος με αιφνίδιες προβολές στο μέλλον. Είναι ένας χρόνος ρευστός, ατίθασος, άναρχος, που δεν υπακούει σε “φυσικές” νομοτέλειες. Ένας χρόνος που δεν ξετυλίγεται ευθύγραμμα, αλλά κυλά σε τροχιά άλλοτε κυκλική και άλλοτε απρόσμενα τεθλασμένη. Η συλλογική μνήμη του παρελθόντος αγωνίζεται να επιβιώσει στο παρόν καθώς τα πρόσωπα του παρελθόντος επανέρχονται διεκδικώντας την ύπαρξή τους που έχει οντοποιηθεί στις ιδέες και τους στοχασμούς τους. Το βιωμένο παρόν των προσώπων, περιχαραγμένο από αναπότρεπτα γεγονότα, τα οδηγεί σε μια παράξενη αγωνία άλλοτε να ξεφύγουν από το παρελθόν κι άλλοτε να βυθιστούν σ΄αυτό. Το μέλλον έχει τη δική του μνήμη, η οποία διαπερνά το παρόν και διοχετεύεται στο παρελθόν. Όσο ο άναρχα κυλιόμενος χρόνος συνυφαίνεται με τον όλο και πιο ανοίκειο χώρο, τόσο ο χωροχρόνος γίνεται όλο και πιο μεταφυσικός.
Το Χειρόγραφο, διαρθρωμένο σε δύο μέρη, αρχίζει με τον εφιάλτη που βλέπει κάθε βράδυ ο Γκέιλ Έλιοτ, ο κεντρικός χαρακτήρας, εφιάλτη που στην ουσία ανατέμνει όλη τη ζωή του: κρατώντας παραμάσχαλα έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα φτάνει στις ερμητικά κλειστές πύλες του πανεπιστημιακού κολεγίου, αντιμετωπίζεται ως άγνωστος από τον φύλακα και νιώθει να τον καταπίνει ο ασφαλτόδρομος απορημένο και απογοητευμένο. Την τελευταία φορά που βλέπει τον ίδιο εφιάλτη, οι αλλαγές είναι εύγλωττες: η φιγούρα του, γέρικη και καμπουριασμένη, συναντά και πάλι τον φύλακα πίσω από την κλειστή πύλη, αλλά αυτή τη φορά του παραδίδει τον δερμάτινο χαρτοφύλακα με το τελευταίο του χειρόγραφο και χάνεται μέσα στο σκοτάδι της νύχτας.
Στο “Μέρος πρώτο”, ο Γκέιλ, νέος διδάκτορας στον προθάλαμο μιας πολλά υποσχόμενης ακαδημαϊκής καριέρας, παροτρύνεται από τον καθηγητή του να γράψει μια πρωτότυπη μονογραφία για το έργο του στοχαστή και πλατωνικού μελετητή Φλόυερ Σίντενχαμ, στο πλαίσιο του άτεγκτου δόγματος της πανεπιστημιακής ζωής “ή δημοσιεύεις ή πεθαίνεις” (“publish or perish”) (σ. 18). Καθώς οι μελέτες του δημοσιεύονται σε επιφανή φιλολογικά περιοδικά, ο Γκέιλ γίνεται σταδιακά αλαζόνας και ματαιόδοξος, σκληρός και απόμακρος. Η μόνη τρυφερή στιγμή του είναι η φροντίδα για την ταφή του γέρικου γάτου του που τον συνέδεε με μνήμες της παιδικής του ηλικίας. Καθώς τον θάβει στο δάσος, θάβοντας μαζί του και τη νιότη του, τον πλησιάζει ξαφνικά ένας άγνωστος που μαζεύει μανιτάρια στο δάσος και συμπάσχει στον πόνο του. Κομβικά σημεία στην αφήγηση είναι τρεις αλλόκοτες συναντήσεις που προσημαίνουν το δεύτερο μέρος της αφήγησης. Η πρώτη με έναν παράξενο κηπουρό του δάσους που κάνει αποτρεπτικά σχόλια για την έρευνα του Γκέιλ. Η δεύτερη με έναν ταξιτζή που με τις επίμονες αλλά εύστοχες ερωτήσεις του προσπαθεί να στρέψει τον ήρωα στη μελέτη της απλής λογικής των πραγμάτων, τον οποίο όμως ο Γκέιλ, εγωκεντρικός και ναρκισσιστής, αντιμετωπίζει με σνομπισμό και απαξίωση. Η τρίτη φορά που ένας άγνωστος προσπαθεί να τον κάνει να δει βαθιά μέσα στην ψυχή του είναι η συνάντηση με έναν αγγλικανό πάστορα στο νοσοκομείο, όπου οδηγείται λόγω της εξαντλητικής ψυχικά και σωματικά επίπονης και επίμονης μελέτης του.
Στο “Μέρος δεύτερο”, εμφανίζεται μυστηριωδώς, ως φασματική μορφή, ο ίδιος ο Σίντενχαμ, αδυσώπητα επικριτικός στο έργο του Γκέιλ. Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται ότι, παρά την τριπλή του προειδοποίηση, κατάντησε στις μελέτες του Γκέιλ “ένα φιλολογικό πείραμα, μια λεκτική εξίσωση, μια γλωσσολογική ανατομία” (σ. 70) και απαιτεί δικαίωση, επανόρθωση, αποκατάσταση. Καθώς ο στοχαστής διηγείται στον Γκέιλ λεπτομέρειες από τις περιπέτειες της ζωής του, η δράση μεταφέρεται στο Λονδίνο του 18ου αιώνα. Ο Σίντενχαμ συζητά λεπτές πτυχές του έργου του και παρουσιάζει το δικό του όραμα από το παρελθόν για τον αναγνώστη του μέλλοντος, όραμα που όμως δεν εκπληρώνεται στο παρόν από τον Γκέιλ. Ωστόσο, κοινό τους στοιχείο είναι ότι και ο Σίντενχαμ κατέληξε ένας μοναχικός “γερασμένος άνθρωπος”, ένας “ασθενικός καμπούρης”, ένας “νεκροζώντανος”, μια “σηψαιμική σκιά του εαυτού” του (σ. 106). Η ομοιότητα του φιλοσόφου με τον μελετητή είναι πλέον τόσο μεγάλη, ώστε είτε ο Γκέιλ μετουσιώνεται σε Σίντενχαμ ή ο Σίντενχαμ μετουσιώνεται σε Γκέιλ για να ολοκληρωθεί επιτέλους το χειρόγραφο. Ωστόσο, το χειρόγραφο μένει και πάλι ατελείωτο. Το τέλος έρχεται οικτρό και αδυσώπητο.
Στο κέντρο του σύγχρονου Λονδίνου στήνεται και το ατμοσφαιρικό σκηνικό της νουβέλας Τρεις μήνες και μια μέρα με τον χρονικό δείκτη στον τίτλο, που αποτελεί και δείκτη της διάρθρωσης της αφήγησης. Ο αφηγητής είναι “ένας ταλαιπωρημένος διδακτορικός φοιτητής φιλοσοφίας” (σ. 8) με απαρέγκλιτο καθημερινό πρόγραμμα μελέτης στη Βρετανική Βιβλιοθήκη. Μέσα στα συχνά κακογραμμένα χειρόγραφα πρέπει να ανακαλύψει τις ιδέες των στοχαστών που μελετά, οι οποίες “καραδοκούν στον πυθμένα του νου, μασκαρεύονται στις παρυφές του κρανίου κι επανέρχονται απροειδοποίητα κι απροσκάλεστα στον λογισμό, σαν αναρχοελεύθεροι ταξιδευτές στον χώρο και τον χρόνο” (σ. 12).
Ο “Μήνας πρώτος”, το πρώτο κεφάλαιο της νουβέλας, ξεκινά με την εγκατάσταση του αφηγητή στο Royal Free Hospital Residence, στο τέρμα της λεωφόρου Γκίλφορντ, ένα παλιό σανατόριο που μετατράπηκε σε φοιτητική εστία. Η σταδιακή γνωριμία του αφηγητή με τρεις συγκατοίκους του γίνεται αφορμή για φιλοσοφικές συζητήσεις, οι οποίες όμως μένουν πάντοτε ανολοκλήρωτες. Με μια φοιτήτρια κλασικής φιλολογίας που μένει ακριβώς δίπλα του συζητά για τον Όμηρο και το ομηρικό ζήτημα, την ολιγόζωη μοίρα του ανθρώπου, την πολυπολιτισμική συμβίωση. Η γνωριμία του με έναν φοιτητή θεολογίας και έναν φοιτητή βιολογίας και γενετικής του δίνει έναυσμα για συζήτηση σχετικά με τον πρωταγόρειο αγνωστικισμό και τις αθεϊστικές ιδέες των φιλοσόφων Μπένθαμ και Γκρόουτ, αλλά και την ανεξήγητη φοβία για τα φαντάσματα του ορθολογιστή Μπένθαμ. Στη διαδρομή από το παλιό σανατόριο στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, ο αφηγητής παγιδεύεται μυστηριακά από το χρόνο σε ένα κοιμητήριο κρυμμένο μέσα σε ένα δασώδες πάρκο, του οποίου η έξοδος, όπως διαπιστώνει ο αφηγητής, “ήταν τόσο κοντά, που απορούσα πώς μπόρεσα να εγκλωβιστώ σε λιγότερο από εκατό μέτρα γης, σε λιγότερο από εκατό μέτρα χρόνο” (σ. 40). Στο μεταξύ, ο χώρος του παλιού σανατορίου σταδιακά αλλάζει και γίνεται όλο και πιο ανοίκειος και δυσλειτουργικός.
Ο “Μήνας δεύτερος” βρίσκει τον αφηγητή σε μια προσπάθεια εξορθολογισμού της παράδοξης κατάστασης την οποία βιώνει. Επιχειρώντας να ανακαλύψει την αιτιώδη σχέση των πραγμάτων με την αρωγή της φιλοσοφίας, αποδίδει σε εκτεταμένη ανακαίνιση στους χώρους του σανατορίου την παράδοξη αλλαγή στο περιβάλλοντα χώρο, αλλαγή που τον αποξενώνει όλο και περισσότερο από το κτήριο και τους ενοίκους του. Στο μεταξύ, στο υπόγειο ενός παλαιοβιβλιοπωλείου, του παρουσιάζονται μυστηριωδώς δύο μορφές του παρελθόντος. Όταν ανακαλύπτει και μελετά ένα κείμενο του Σίντενχαμ, του φιλοσόφου που μελετούσε ο Γκέιλ Έλιοτ στο Χειρόγραφο, αισθάνεται την αλλόκοτη παρουσία του ίδιου του στοχαστή, ο οποίος, προσπαθώντας να ανακτήσει τη φωνή του μέσα από τα κείμενά του, τον συμβουλεύει: “Να θυμάσαι τον αιώνιο γυρισμό του Νίτσε. Η αιώνια κλεψύδρα της ζωής θα ξαναγυρίζει ακατάπαυστα, κι εσύ μαζί της, απειροελάχιστη σκόνη στο εκκρεμές του χρόνου. Μόνο τότε θα καταλάβεις. Ποτέ δε φύγαμε από εδώ, κι όταν φεύγουμε για λίγο, είμαστε καταδικασμένοι παντοτινά να επιστρέφουμε” (σ. 66). Στη συνέχεια ο αφηγητής ανακαλύπτει μια καταπακτή που οδηγεί σε μια κρύπτη γεμάτη βιβλία, στην οποία κατεβαίνει από μια ανεμόσκαλα. Με το φως ενός φαναριού ανακαλύπτει ένα ημερολόγιο του χρονικογράφου Πιπς με μαρτυρίες για την πανώλη του 1665, την πυρκαγιά του Λονδίνου το 1666 και την καταδίκη του Χόμπς ως ενός από τους υπαιτίους της πυρκαγιάς λόγω του Λεβιάθαν του. Μέσα στο σκοτάδι της κρύπτης, ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά του ένας μαθητής του Χόμπς που βεβαιώνει τον αφηγητή ότι τα βιβλία του δασκάλου του επιβίωσαν παρά την καταδίκη του, επειδή “δεν αναθεματίζεται η γνώση, δεν ακυρώνεται η αλήθεια, δεν πεθαίνει η Επιστήμη, δε σβήνει το φως” (σ. 97).
Ο “Μήνας τρίτος” δοκιμάζει τις τελευταίες αντοχές του αφηγητή και την ύστατη προσπάθειά του να καταφύγει στη φιλοσοφία για να θωρακίσει τη σκέψη του απέναντι στις ανεξήγητες αλλαγές. Σε ένα σχεδόν αγνώριστο σανατόριο παρακολουθεί τη συζήτηση του θεολόγου και του γενετιστή σχετικά με τον μηχανισμό της δημιουργίας των όντων και το αιώνιο ερώτημα μεταξύ φυσικής επιλογής και θεϊκής δημιουργίας. Στη Βιβλιοθήκη, καθώς βρίσκεται μπροστά σε μια επιστολή του Μπένθαμ προς τον Γκρόουτ, στην οποία τον παρακινεί να ταξινομήσει τις ιδέες του κατά της δεισιδαιμονίας και του φόβου του θανάτου, συμβαίνει μια ακόμη αλλόκοτη επίσκεψη από το παρελθόν, αυτή του επισκόπου και κλασικού φιλολόγου Θίρλγολ, ο οποίος τον βεβαιώνει ότι η ματαιότητα ανατρέπεται “διότι ο κύκλος της ύπαρξης ποτέ δεν κλείνει, περιστρέφεται στο άπειρο, σ΄ έναν χρόνο χωρίς χρονικότητα” (σ. 120).
“...Και μια μέρα”, την τελευταία της νουβέλας, ο χώρος του παλιού σανατορίου γίνεται εντελώς εχθρικός. Ο αφηγητής αποφασίζει να δραπετεύσει από το κτήριο, εγκαταλείποντας εντελώς την προσπάθειά του να εξορθολογίσει τα συμβάντα. Διαβρωτικός ο χρόνος κινείται αμείλικτος μέσα στο χώρο του σανατορίου και τελικά κυριαρχεί πάνω του, το καθυποτάσσει ύπουλα, το διαλύει μεθοδικά και τελικά το αφανίζει. Οι τρεις μήνες συνυφαίνουν το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον σε μια υπερλογική ρευστή διασύνδεση που τη σφραγίζει η αλλόκοτη τελευταία μέρα. Οι σταγόνες ενός γλοιώδους υγρού παραμορφώνουν εντελώς το χώρο του σανατορίου και εκδιώκουν βίαια και αναπόδραστα τους ενοίκους. Ο αφηγητής βρίσκει καταφύγιο στο δωμάτιο ενός φτηνού πανδοχείου στο Κάμντεν, όπου έχει και την τελευταία και πιο απροσδόκητη επίσκεψη. Του εμφανίζεται ένας αλλόκοτος και απόκοσμος άνδρας με γκρίζα μαλλιά και ζαρωμένο πρόσωπο, ο οποίος φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις του και να έχει τις ίδιες με αυτόν μνήμες και υπαρξιακές αγωνίες: “Φοβάμαι πολύ, ποτέ δε θα είμαστε έτοιμοι, ποτέ δε θα φτάσουμε εκεί ψηλά, εκεί που τόσο βαθιά πόθησε η ψυχή μας, να λύσουμε τον γρίφο, να σπάσουμε τα δεσμά, γατί λιγόστεψαν οι μέρες μας και πρέπει να κατεβούμε την ανεμόσκαλα”. Ο ίδιος ο αφηγητής συναντά από το μέλλον τον παρελθόντα εαυτό του, εγκλωβισμένο στο πενιχρό δωμάτιο του πανδοχείου, σε έναν ύπνο χωρίς ξύπνημα, σε παγωμένο χρόνο. Το παρόν έχει γίνει ήδη παρελθόν στο τέλος της νουβέλας, σε μια στιγμή που ο χρόνος διαλύεται, διυλίζεται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον.
Στο πολύ πρόσφατα εκδοθέν Άνθρωποι στο βαγόνι περιλαμβάνονται δώδεκα διηγήματα που φλερτάρουν με τη λογοτεχνία του φανταστικού περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έργο του Κυριάκου Δημητρίου. Ο χώρος πλαταίνει σε σχέση με τις νουβέλες και η αφηγηματική ματιά παρακολουθεί τον κάθε ήρωα σε Βιέννη, Λονδίνο, Σόμερσετ, Ντένβερ, Παρίσι, Πράτο, Σαν Σεμπαστιάν. Ο χρόνος ορίζεται ευκρινώς με συγκεκριμένες ημερομηνίες, χρονολογίες και παντός είδους χρονικούς δείκτες που δίνουν μια επίπλαστη αληθοφάνεια στη μυθοπλαστική αφήγηση. Κάποιες χρονολογίες μάλιστα επανέρχονται σε διαφορετικά διηγήματα για να δώσουν το χρονικό στίγμα μυστηριωδών εξαφανίσεων ή επανεμφανίσεων διαφορετικών ηρώων.
Οι ιστορίες των προσώπων ακροβατούν μεταξύ της παραδοξολογίας και της ψυχοπαθολογίας, του μυστηριακού και του γκροτέσκου. Ιλαροτραγικές φιγούρες οι ήρωες των διηγημάτων ταλαιπωρούνται από διλήμματα και βασανιστικές εμμονές, αναζητώντας νόημα και λόγο ύπαρξης σε έναν κόσμο φαινομενικά υποταγμένο στο πεπρωμένο του. Ο Λασίφ υποτάσσεται στην καθηλωτική αναμονή του πεπρωμένου (“Το πεπρωμένο”). Ο Ρίτσαρντ Γκάρρικ κατατρύχεται από έναν ύπουλο εμμονικό φόβο για τα πάντα (“Ο φόβος”). Ο Αντριάν προσπαθεί να ξεπεράσει τα ανεπούλωτα τραύματα του πολέμου (“Ταξίδι στο Σομ”). Η ζωή του αμαξά Σεβαλιέ αλλάζει όταν μεταφέρει έναν μυστηριώδη επιβάτη (“Η απώλεια”). Ο Τόμας Γουάλας προσπαθεί απεγνωσμένα να εκδώσει το χειρόγραφό του (“Χειρόγραφο υπό δημοσίευση”). Ο Μάρκους Μπλόχ βυθίζεται στον ύπνο για τριάντα ολόκληρα χρόνια (“Ο ύπνος”). Ο γκαλερίστας Όλιβερ Μερσέρ ελκύεται από την ομορφιά μιας ζωγραφιάς και χάνεται για πάντα μέσα της (“Ο πίνακας”). Ο Αμεντέο εξομολογείται τις φρικώδεις αμαρτίες του (“Η εξομολόγηση”). Ο Δον Τριστάν εξαφανίζεται μυστηριωδώς στο κυνήγι και εντοπίζεται δώδεκα χρόνια αργότερα (“Το θήραμα”). Ο Άρθουρ Ντέιλ παρακολουθείται συνεχώς από την άλλη του υπόσταση (“Ο άλλος”).
“Το τελευταίο δρομολόγιο για τη Λυών”, το έκτο διήγημα της συλλογής, κόβει απότομα το νήμα της αφήγησης, αφήνοντας στον αναγνώστη μια επίγευση ημιτέλειας. “Το τελευταίο δρομολόγιο” όμως, το τελευταίο διήγημα, ξαναπιάνει το νήμα από το ίδιο σημείο και επιφυλάσσει στον αναγνώστη μια απρόσμενη έκβαση που δένει μεταξύ τους όλες τις προηγούμενες ιστορίες. Οι πρωταγωνιστές συναντιούνται αναπάντεχα σε ένα βαγόνι που εκτελεί “Το τελευταίο δρομολόγιο” μέσα στο χρόνο και ο καθένας τους αυτοσυστήνεται και δίνει τη δική του οπτική για τα βιώματά του. Οι ιστορίες τους, από διαφορετικές εποχές και τόπους, εγκιβωτίζονται (ή μήπως εγκλωβίζονται;) στο ίδιο βαγόνι που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο, καθιστώντας ίσως και αυτό το βιβλίο ένα είδος ιδιότυπης, σπονδυλωτής νουβέλας. Στο τέλος το λόγο παίρνει ο Λασίφ, ο αφηγητής του αρχικού διηγήματος, και αρχίζει να αφηγείται την ιστορία του από την αρχή. Το βιβλίο τελειώνει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που άρχισε, σε έναν ατέρμονα κύκλο μέσα στις αχαρτογράφητες διαστάσεις του χρόνου. “Το τελευταίο δρομολόγιο” δεν είναι το τελικό.
Με τρόπο που συχνά αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, ο αφηγητής ή ένας χαρακτήρας μιας ιστορίας εμφανίζεται, με διαφορετική ταυτότητα, λιγότερο ή περισσότερο διακριτικά, σε μια άλλη ιστορία μιας άλλης εποχής. Άλλοτε η παρουσία κάποιων χαρακτήρων σε μια ιστορία προοικονομείται αριστοτεχνικά σε μια προηγούμενη. Άλλοτε πάλι ο ίδιος χώρος αποτελεί το σκηνικό διαφορετικών ιστοριών. Ο Τόμας Γουάλας, ο ήρωας του διηγήματος “Χειρόγραφο υπό δημοσίευση” της συλλογής Άνθρωποι στο βαγόνι έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τον ανώνυμο μυστηριώδη συλλέκτη μανιταριών του δάσους που εμφανίστηκε απρόσμενα στον Γκέιλ Έλιοτ του Χειρογράφου όταν έθαβε το γάτο του στο δάσος του Χάιγκεϊτ. Στο “Τελευταίο δρομολόγιο” της συλλογής Άνθρωποι στο βαγόνι ο Τόμας εμφανίζεται μαζί με το γάτο του Γκέιλ, αποκαλύπτοντας ότι τον βρήκε στο δάσος να κοιμάται κάτω από τις πευκοβελόνες. Από την άλλη, το παλιό σανατόριο της λεωφόρου Γκίλφορντ, το κτήριο που πήρε εφιαλτικές διαστάσεις στο Τρεις μήνες και μια μέρα, γίνεται το σκηνικό που παίζει περίεργα παιχνίδια στο μυαλό του ήρωα στο “Φόβο” της συλλογής Άνθρωποι στο βαγόνι. Ο χώρος της αφήγησης των φόβων του ήρωα είναι άλλωστε η μπιραρία “Τζέρεμι Μπένθαμ” που φέρει το όνομα ενός από τους φιλοσόφους που μελετά στη διδακτορική του διατριβή ο κεντρικός ήρωας του Τρεις μήνες και μια μέρα.
Ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι τα βιβλία του Κυριάκου Δημητρίου είναι αυθύπαρκτα, όχι όμως και ανεξάρτητα μεταξύ τους. Ήρωες και χώροι δένονται με μυστικά νήματα, αόρατα στην αρχή, που υφαίνουν αριστοτεχνικά έναν ευφάνταστο αφηγηματικό ιστό και επιτρέπουν στην αφήγηση να ξεδιπλώσει τις διαφορετικές πτυχές της. Αινιγματικά πρόσωπα εμφανίζονται εμβόλιμα, συνήθως με διαφορετική γραμματοσειρά, διεκδικώντας την προσοχή των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων. Κάποια πρόσωπα στριμώχνονται σε ένα σημείο της πλοκής και μετά χάνονται στη λήθη της αφήγησης. Δεν περνούν όμως στην ανυπαρξία. Ταξιδεύουν μέσα στο ρευστό χρόνο της γραφής και αναδύονται σε μια άλλη ιστορία ή σε μια άλλη εποχή, με τρόπο μυστηριακό, παράδοξο, αιφνιδιαστικό, διεκδικώντας την ύπαρξή τους μέσα στη ροή του χρόνου. Υπαρξιακά διλήμματα και μεταφυσικά ερωτήματα επανέρχονται και αξιώνουν επίμονα την πραγμάτευσή τους. Αβασάνιστες απαντήσεις φυσικά δεν υπάρχουν. Μόνο φιλοσοφική σκέψη και οντολογική διερώτηση ως εργαλεία αυτοσυνειδησίας.
Το έργο του Κυριάκου Δημητρίου παράγει αυθεντική αισθητική απόλαυση. Η θεματολογία του καταφέρνει να εστιάσει σε διαχρονικά λογοτεχνικά και φιλοσοφικά θέματα με μια ανανεωτική όσο και ανατρεπτική ματιά. Η ρέουσα γλώσσα της γραφής του αποτυπώνει ελκυστικά τη στοχαστική της διάθεση τόσο στις αφηγήσεις όσο και στις περιγραφές. Οι διεισδυτικές σκέψεις που διαπερνούν τα δαιδαλώδη μονοπάτια του νου των αφηγητών πασχίζουν να στριμωχτούν στον κεντρικό αφηγηματικό ιστό, κάποτε όμως δραπετεύουν ελεύθερες και αχαλιναγώγητες. Η βικτωριανή σκηνοθεσία του Ντίκενς, η αλλόκοτη αλληγορία του Κάφκα, η άλογη μυθοπλασία του Μπόρχες, η μεταφυσική ιχνηλασία του Πόε υφέρπουν πίσω από τις γραμμές ως λογοτεχνικά εφαλτήρια, αλλά τιθασεύονται και αφομοιώνονται για να συντελέσουν στη δημιουργία ενός προσωπικού ύφους γραφής με ιδιαίτερο στίγμα, μιας γραφής με έντονο λυρισμό και βαθιά στοχαστικότητα.
Πηνελόπη Στράτη


Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

"Άρδανα ΙΙ" του Κυριάκου Χαραλαμπίδη - "Στου Κεμάλ το σπίτι" του Γιώργου Ιωάννου: Παράλληλη ανάγνωση


Από το ιστολόγιο Λωτοφάγοι

 Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Άρδανα II


Να της μιλήσω Τουρκικά δεν ήξερα.

— Μιλάτε Αγγλικά;
— Καταλαβαίνω. 
— Αυτό είναι το σπίτι μου;  
— Αυτό είναι το σπίτι σου.

Κι αρχίνησα ένα κλάμα μες στον ύπνο μου. Εκείνο του αποχαιρετισμού. Μα τ' αναφιλητά μου μ' ανασήκωναν σαν καρυδότσουφλο και ξύπνησα, Πυλάδη.

Βρεγμένο το κρεβάτι μου — τ' όνειρο μήπως έσταζε από την οροφή του; — εμείς οι δυο το βλέπουμε, το ξέρουμε, το ζούμε κιόλας : «Χάθηκε ο στρατός μας!» Τίποτα πια, κανένα πλοίο εν όψει, καμιά στεριά, κανένα σπίτι, φίλε.

Και όμως το ξωπόρτιν ήταν το ίδιο, το στενοσόκακο ίδιο, o λάκκος ήταν ίδιος, η τερατσιά, ο φούρνος, το τρακτέρ, η μάντρα ήταν ίδια. Κι εγώ καμία σχέση με το σπίτι. Δεν τ' αναγνώριζα. Στεκόμουν στην αυλή μου κι ένιωθα τόσον άβολα, στοιχηματίζω, αν με θωρούσες, θα 'βαζες τα κλάματα.

Μες στην αυλή μου και δεν ήμουν πια στο σπίτι μου, δεν ήμουν στο χωριό μου — ένας ξένος, που η ψυχή του αναπαμό δεν είχε.

— Τι φής; Απέξω από το σπίτι σου κι ούτε που τ' αναγνώριζες, αλήθεια;  

— Δεν ήτανε δικό μου πια, δεν ήταν. Το σπίτι που γεννήθηκα, Πυλάδη! Και μάλιστα τη ρώτησα : Κυρία, αυτό είναι το σπίτι που γεννήθηκα; Ιs this the house I was born? Και μου 'πεν η Τουρκάλα : « Ναι, αυτό είναι».

Μυστήριο! Πού ήξερε πως ήταν το σπίτι αυτό που εγώ το φως του ήλιου πρωτόειδα, πώς ήταν τόσο βέβαιη;

Ιούλιος 1992 
 
(Από τη συλλογή Μεθιστορία, Εκδόσεις Άγρα, 1995)






 Γιώργος Ιωάννου 
 
Στου Κεμάλ το σπίτι


      Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ΄το πηγάδι της αυλής.Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Και μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια αρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά το νόημά της: "Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό". Ποιο μεγάλο καλό; Ιδέα δεν είχαμε.

       Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε έκλεινε τα μάτια και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα παράξενα. Εμείς, πάντως, δεν παραλείπαμε να της δίνουμε μούρα απ' την ντουτιά, όπως άλλωστε δίναμε σ' όλη τη γειτονιά και σ' όποιον περαστικό μας ζητούσε. Η ξένη τα έτρωγε σιγανά, αλλά με ζωηρή ευχαρίστηση. Δε μας φαινόταν παράξενο που της άρεζαν τα μούρα μας τόσο πολύ. Το δέντρο μας δεν ήταν από τις συνηθισμένες μουριές, απ' αυτές που κάνουν εκείνα τα άνοστα νερουλιάρικα μούρα. Το δικό μας έκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σα βύσσινα, και πολύ κόκκινα στο χρώμα. Ήταν ένα δέντρο παλιό και τεράστιο,  τα κλαδιά του ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ένα κακό είχε∙ τα φύλλα του ήταν σκληρά και οι μεταξοσκώληκές μου δεν μπορούσαν να τα φάνε. Ήταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ' όλο το Ισλαχανέ κι ακόμα πιο πέρα.


Από το ιστολόγιο Αρισμαρί

       Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο κατώφλι μας, δε σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα, όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. Έφαγε μερικά και τα υπόλοιπα τα έβαλε σ' ένα χαρτί και έφυγε χαρούμενη.

       Τη δεύτερη φορά, θα ήταν κατά το τριάντα οχτώ, δυο χρόνια, πάντως, μετά την πρώτη, δεν έβαλε μούρα στο χαρτί. Κάθισε και τα έφαγε ένα ένα στο κατώφλι. Φαίνεται πως ο σπόρος απ' τα προηγούμενα είχε αποδώσει, αλλά για να δώσει και μούρα έπρεπε, βέβαια, να περάσουν χρόνια. Το δέντρο αυτό, όπως όλα τα δέντρα που μεγαλώνουν σιγά, ζει πολλά χρόνια και αργεί να καρπίσει.

       Η γυναίκα ξαναφάνηκε και τον επόμενο χρόνο, λίγο πριν απ' τον πόλεμο. Όμως τη φορά αυτή της προσφέραμε νερό απ' τη βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα, μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι. Επειδή την είδαμε ταραγμένη, θελήσαμε να της εξηγήσουμε. Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι. "Τώρα που σας έφερα το νερό στις κουζίνες σας, δε σας χρειάζεται το πηγάδι", μας είχε πει. Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά εξήγηση για την τόση λύπη της. Για να την παρηγορήσουμε της δώσαμε περισσότερα μούρα κι η γιαγιά μου της είπε κάτι που την έκανε να τιναχτεί: "Θα σου τα έβαζα σ' ένα κουτί, αλλά δε βαστάνε για μακριά". Και πράγματι είχαμε αρχίσει κάτι να υποπτευόμαστε. Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ' τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών  είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ' αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια και αμπελοχώραφα εκεί κάτω. 

      Η τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας.  Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: "η τουρκάλα!" Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι - τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει τη ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει.

       Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε - δεν ήρθε, άγνωστο. Άλλωστε και να 'ρχότανε δε θα 'βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ' τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους. 
 
       Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει  στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος. Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ' το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ' την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γριά να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».

(Από τη συλλογή Η μόνη κληρονομιά, Εκδόσεις Κέδρος, 1974)

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Θουκυδίδης: Ας μεταφράσουμε!...

...Μια πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία των μαθητών του Α4!

Θουκυδίδου Ιστορίαι 

Βιβλίο 3. Κεφάλαιο 74.

Διαλιπούσης δ᾽ ἡμέρας  μάχη αὖθις γίγνεται καὶ νικᾷ ὁ δῆμος χωρίων τε ἰσχύι καὶ πλήθει προύχων·  αἵ τε γυναῖκες αὐτοῖς τολμηρῶς ξυνεπελάβοντο βάλλουσαι ἀπὸ τῶν οἰκιῶν τῷ κεράμῳ καὶ παρὰ φύσιν ὑπομένουσαι τὸν θόρυβον. Γενομένης δὲ τῆς τροπῆς περὶ δείλην ὀψίαν,  δείσαντες οἱ ὀλίγοι μὴ αὐτοβοεὶ ὁ δῆμος τοῦ τε νεωρίου κρατήσειεν ἐπελθὼν καὶ σφᾶς διαφθείρειεν, ἐμπιπρᾶσι τὰς οἰκίας τὰς ἐν κύκλῳ τῆς ἀγορᾶς  καὶ τὰς ξυνοικίας, ὅπως μὴ ᾖ ἔφοδος,  φειδόμενοι οὔτε οἰκείας οὔτε ἀλλοτρίας, ὥστε καὶ χρήματα πολλὰ ἐμπόρων κατεκαύθη καὶ ἡ πόλις ἐκινδύνευσε πᾶσα διαφθαρῆναι, εἰ ἄνεμος ἐπεγένετο τῇ φλογὶ ἐπίφορος ἐς αὐτήν. Καὶ οἱ μὲν παυσάμενοι τῆς μάχης ὡς ἑκάτεροι ἡσυχάσαντες τὴν νύκτα ἐν φυλακῇ ἦσαν· καὶ ἡ Κορινθία ναῦς  τοῦ δήμου κεκρατηκότος ὑπεξανήγετο, καὶ τῶν ἐπικούρων οἱ πολλοὶ ἐς τὴν ἤπειρον λαθόντες διεκομίσθησαν. 



 ...Στα Γερμανικά:

Und als ein Tag vorbeigegangen war, wird wieder ein Kampf und gewinnen die staatlichen wegen ihrer hohen Stelle und die Frauen haben sich aktiv beteiligt und geholfen, haben von ihren Häusern mit Wagemut Dachziegel hingeschmießen, trotz ihrer Frauennatur. Und als sie spät am Abend nachgegeben haben, voller Angst von den oligarischen das die demokratischen mit den ersten Sturmangriff angreifen,die Admiralität erobern und die gleichen töten, stellten sie Feuer in den Häuser die um sich herum von den Kauf standen und in Wohnsitzen, damit es keinen weitergebenden Weg gibt, ohne weder ihre Häuser noch die fremden Häuser damit zu rechnen, so dass viele Abhandlungen von Händlern anbrannten und die Stadt war in Gefahr völliger Zerstörung, wenn der Wind das Feuer mit Richtung der Stadt hängte. Und als sie den Kampf aufhörten, da die zwei Lager entfernt von Kampfakt waren, standen sie in Alarmbereitschaft und da die demokratischen gewonnen hatten und das korinthische Schiff mit Verbeugung in das offene Meer veröffnete und die meisten von den Sölder entkammen, sind gegenüber im Festland langgegangen.  

Αθανασία Ρούμογλου


Nach einer eintägigen Pause, begann wieder der Kampf, es gewannen die "Demokraten",  denn sie hatten die günstigere Stellung, sie waren an der Übermacht und auch dank der Frauen, die energisch mithalfen,  in dem sie tapfer versuchten von den Häusern aus mit Dachziegeln zu werfen. Sie ertrugen die lauten Geräusche, trotz ihres  weiblichen Gemüts. Es war spät am Nachmittag als es zum Rückzug kam, weil die Monarchieanhänger befürchten mussten, dass die Demokraten bei ihrem nächsten Agriff gewinnen würden.

Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος


...Στα Αγγλικά:


And after they stopped the fight, the two camps abstained form acts of war and at night was on guard. The Korinthian ship, when democrats had won the battle, they oppened with precautions out to the sea and most of mercenaries undetected transported to the shore.

Ραφαήλ Μπουτζίκας



 ...Στα Τουρκικά:


Savaş bittikten sonra iki ordu da bütün gece tetikte kaldılar. Korent gemisi, demokratlar kazandıktan sonra denize açıldı ve çoğu ücretli asker gizli bir sekilde şehrin iç bölgelerine götürüldüler.

Εσμά Χασάν