Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

"Άρδανα ΙΙ" του Κυριάκου Χαραλαμπίδη - "Στου Κεμάλ το σπίτι" του Γιώργου Ιωάννου: Παράλληλη ανάγνωση


Από το ιστολόγιο Λωτοφάγοι

 Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Άρδανα II


Να της μιλήσω Τουρκικά δεν ήξερα.

— Μιλάτε Αγγλικά;
— Καταλαβαίνω. 
— Αυτό είναι το σπίτι μου;  
— Αυτό είναι το σπίτι σου.

Κι αρχίνησα ένα κλάμα μες στον ύπνο μου. Εκείνο του αποχαιρετισμού. Μα τ' αναφιλητά μου μ' ανασήκωναν σαν καρυδότσουφλο και ξύπνησα, Πυλάδη.

Βρεγμένο το κρεβάτι μου — τ' όνειρο μήπως έσταζε από την οροφή του; — εμείς οι δυο το βλέπουμε, το ξέρουμε, το ζούμε κιόλας : «Χάθηκε ο στρατός μας!» Τίποτα πια, κανένα πλοίο εν όψει, καμιά στεριά, κανένα σπίτι, φίλε.

Και όμως το ξωπόρτιν ήταν το ίδιο, το στενοσόκακο ίδιο, o λάκκος ήταν ίδιος, η τερατσιά, ο φούρνος, το τρακτέρ, η μάντρα ήταν ίδια. Κι εγώ καμία σχέση με το σπίτι. Δεν τ' αναγνώριζα. Στεκόμουν στην αυλή μου κι ένιωθα τόσον άβολα, στοιχηματίζω, αν με θωρούσες, θα 'βαζες τα κλάματα.

Μες στην αυλή μου και δεν ήμουν πια στο σπίτι μου, δεν ήμουν στο χωριό μου — ένας ξένος, που η ψυχή του αναπαμό δεν είχε.

— Τι φής; Απέξω από το σπίτι σου κι ούτε που τ' αναγνώριζες, αλήθεια;  

— Δεν ήτανε δικό μου πια, δεν ήταν. Το σπίτι που γεννήθηκα, Πυλάδη! Και μάλιστα τη ρώτησα : Κυρία, αυτό είναι το σπίτι που γεννήθηκα; Ιs this the house I was born? Και μου 'πεν η Τουρκάλα : « Ναι, αυτό είναι».

Μυστήριο! Πού ήξερε πως ήταν το σπίτι αυτό που εγώ το φως του ήλιου πρωτόειδα, πώς ήταν τόσο βέβαιη;

Ιούλιος 1992 
 
(Από τη συλλογή Μεθιστορία, Εκδόσεις Άγρα, 1995)






 Γιώργος Ιωάννου 
 
Στου Κεμάλ το σπίτι


      Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ΄το πηγάδι της αυλής.Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Και μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια αρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά το νόημά της: "Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό". Ποιο μεγάλο καλό; Ιδέα δεν είχαμε.

       Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε έκλεινε τα μάτια και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα παράξενα. Εμείς, πάντως, δεν παραλείπαμε να της δίνουμε μούρα απ' την ντουτιά, όπως άλλωστε δίναμε σ' όλη τη γειτονιά και σ' όποιον περαστικό μας ζητούσε. Η ξένη τα έτρωγε σιγανά, αλλά με ζωηρή ευχαρίστηση. Δε μας φαινόταν παράξενο που της άρεζαν τα μούρα μας τόσο πολύ. Το δέντρο μας δεν ήταν από τις συνηθισμένες μουριές, απ' αυτές που κάνουν εκείνα τα άνοστα νερουλιάρικα μούρα. Το δικό μας έκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σα βύσσινα, και πολύ κόκκινα στο χρώμα. Ήταν ένα δέντρο παλιό και τεράστιο,  τα κλαδιά του ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ένα κακό είχε∙ τα φύλλα του ήταν σκληρά και οι μεταξοσκώληκές μου δεν μπορούσαν να τα φάνε. Ήταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ' όλο το Ισλαχανέ κι ακόμα πιο πέρα.


Από το ιστολόγιο Αρισμαρί

       Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο κατώφλι μας, δε σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα, όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. Έφαγε μερικά και τα υπόλοιπα τα έβαλε σ' ένα χαρτί και έφυγε χαρούμενη.

       Τη δεύτερη φορά, θα ήταν κατά το τριάντα οχτώ, δυο χρόνια, πάντως, μετά την πρώτη, δεν έβαλε μούρα στο χαρτί. Κάθισε και τα έφαγε ένα ένα στο κατώφλι. Φαίνεται πως ο σπόρος απ' τα προηγούμενα είχε αποδώσει, αλλά για να δώσει και μούρα έπρεπε, βέβαια, να περάσουν χρόνια. Το δέντρο αυτό, όπως όλα τα δέντρα που μεγαλώνουν σιγά, ζει πολλά χρόνια και αργεί να καρπίσει.

       Η γυναίκα ξαναφάνηκε και τον επόμενο χρόνο, λίγο πριν απ' τον πόλεμο. Όμως τη φορά αυτή της προσφέραμε νερό απ' τη βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα, μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι. Επειδή την είδαμε ταραγμένη, θελήσαμε να της εξηγήσουμε. Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι. "Τώρα που σας έφερα το νερό στις κουζίνες σας, δε σας χρειάζεται το πηγάδι", μας είχε πει. Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά εξήγηση για την τόση λύπη της. Για να την παρηγορήσουμε της δώσαμε περισσότερα μούρα κι η γιαγιά μου της είπε κάτι που την έκανε να τιναχτεί: "Θα σου τα έβαζα σ' ένα κουτί, αλλά δε βαστάνε για μακριά". Και πράγματι είχαμε αρχίσει κάτι να υποπτευόμαστε. Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ' τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών  είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ' αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια και αμπελοχώραφα εκεί κάτω. 

      Η τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας.  Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: "η τουρκάλα!" Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι - τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει τη ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει.

       Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε - δεν ήρθε, άγνωστο. Άλλωστε και να 'ρχότανε δε θα 'βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ' τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους. 
 
       Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει  στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος. Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ' το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ' την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γριά να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».

(Από τη συλλογή Η μόνη κληρονομιά, Εκδόσεις Κέδρος, 1974)

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Θουκυδίδης: Ας μεταφράσουμε!...

...Μια πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία των μαθητών του Α4!

Θουκυδίδου Ιστορίαι 

Βιβλίο 3. Κεφάλαιο 74.

Διαλιπούσης δ᾽ ἡμέρας  μάχη αὖθις γίγνεται καὶ νικᾷ ὁ δῆμος χωρίων τε ἰσχύι καὶ πλήθει προύχων·  αἵ τε γυναῖκες αὐτοῖς τολμηρῶς ξυνεπελάβοντο βάλλουσαι ἀπὸ τῶν οἰκιῶν τῷ κεράμῳ καὶ παρὰ φύσιν ὑπομένουσαι τὸν θόρυβον. Γενομένης δὲ τῆς τροπῆς περὶ δείλην ὀψίαν,  δείσαντες οἱ ὀλίγοι μὴ αὐτοβοεὶ ὁ δῆμος τοῦ τε νεωρίου κρατήσειεν ἐπελθὼν καὶ σφᾶς διαφθείρειεν, ἐμπιπρᾶσι τὰς οἰκίας τὰς ἐν κύκλῳ τῆς ἀγορᾶς  καὶ τὰς ξυνοικίας, ὅπως μὴ ᾖ ἔφοδος,  φειδόμενοι οὔτε οἰκείας οὔτε ἀλλοτρίας, ὥστε καὶ χρήματα πολλὰ ἐμπόρων κατεκαύθη καὶ ἡ πόλις ἐκινδύνευσε πᾶσα διαφθαρῆναι, εἰ ἄνεμος ἐπεγένετο τῇ φλογὶ ἐπίφορος ἐς αὐτήν. Καὶ οἱ μὲν παυσάμενοι τῆς μάχης ὡς ἑκάτεροι ἡσυχάσαντες τὴν νύκτα ἐν φυλακῇ ἦσαν· καὶ ἡ Κορινθία ναῦς  τοῦ δήμου κεκρατηκότος ὑπεξανήγετο, καὶ τῶν ἐπικούρων οἱ πολλοὶ ἐς τὴν ἤπειρον λαθόντες διεκομίσθησαν. 



 ...Στα Γερμανικά:

Und als ein Tag vorbeigegangen war, wird wieder ein Kampf und gewinnen die staatlichen wegen ihrer hohen Stelle und die Frauen haben sich aktiv beteiligt und geholfen, haben von ihren Häusern mit Wagemut Dachziegel hingeschmießen, trotz ihrer Frauennatur. Und als sie spät am Abend nachgegeben haben, voller Angst von den oligarischen das die demokratischen mit den ersten Sturmangriff angreifen,die Admiralität erobern und die gleichen töten, stellten sie Feuer in den Häuser die um sich herum von den Kauf standen und in Wohnsitzen, damit es keinen weitergebenden Weg gibt, ohne weder ihre Häuser noch die fremden Häuser damit zu rechnen, so dass viele Abhandlungen von Händlern anbrannten und die Stadt war in Gefahr völliger Zerstörung, wenn der Wind das Feuer mit Richtung der Stadt hängte. Und als sie den Kampf aufhörten, da die zwei Lager entfernt von Kampfakt waren, standen sie in Alarmbereitschaft und da die demokratischen gewonnen hatten und das korinthische Schiff mit Verbeugung in das offene Meer veröffnete und die meisten von den Sölder entkammen, sind gegenüber im Festland langgegangen.  

Αθανασία Ρούμογλου


Nach einer eintägigen Pause, begann wieder der Kampf, es gewannen die "Demokraten",  denn sie hatten die günstigere Stellung, sie waren an der Übermacht und auch dank der Frauen, die energisch mithalfen,  in dem sie tapfer versuchten von den Häusern aus mit Dachziegeln zu werfen. Sie ertrugen die lauten Geräusche, trotz ihres  weiblichen Gemüts. Es war spät am Nachmittag als es zum Rückzug kam, weil die Monarchieanhänger befürchten mussten, dass die Demokraten bei ihrem nächsten Agriff gewinnen würden.

Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος


...Στα Αγγλικά:


And after they stopped the fight, the two camps abstained form acts of war and at night was on guard. The Korinthian ship, when democrats had won the battle, they oppened with precautions out to the sea and most of mercenaries undetected transported to the shore.

Ραφαήλ Μπουτζίκας



 ...Στα Τουρκικά:


Savaş bittikten sonra iki ordu da bütün gece tetikte kaldılar. Korent gemisi, demokratlar kazandıktan sonra denize açıldı ve çoğu ücretli asker gizli bir sekilde şehrin iç bölgelerine götürüldüler.

Εσμά Χασάν



Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Έμπνευση από τον Ξενοφώντα...

Οι μαθητές του Α4 αποφάσισαν να δραματοποιήσουν την παρωδία δίκης του Θηραμένη, υμνώντας τη δημοκρατία με το δικό τους τρόπο.



Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΘΗΡΑΜΕΝΗ 



1η ομάδα


 (Μέσα στη Βουλή)

-Βουλευτές: Φαίνεται πως δε θα μας αφήσουν να φύγουμε, εάν δεν καταδικαστεί ο Θηραμένης... 

-Κριτίας: Εγώ, βουλευτές, πιστεύω ότι είναι έργο ενός σωστού ηγέτη να προστατεύει το ολιγαρχικό πολίτευμα από όσους προσπαθούν να το μολύνουν!

(Κάνει νόημα ο Κριτίας στο Σάτυρο και αυτός μπαίνει μέσα στη Βουλή με τους βοηθούς του) 
-Κριτίας: Γι αυτό καταδικάζω το Θηραμένη, σύμφωνα με τον νόμο, για εγκλήματα κατά του ολιγαρχικού πολιτεύματος και της πολιτείας μας. 
 
(Ο Θηραμένης καταφεύγει στο βωμό, σημείο ιερό για τους αρχαίους Έλληνες. Όποιος κατέφευγε στο βωμό ήταν ικέτης και θεωρούνταν ιεροσυλία να του κάνουν κακό...)
-Θηραμένης: Εγώ ικετεύω σε ό,τι πιο δίκαιο υπάρχει να μην μπορεί ο Κριτίας να σκοτώσει ούτε εμένα ούτε εσάς όποτε θέλει, αλλά όποιον νόμο έγραψαν αυτοί στον κατάλογο, σύμφωνα με αυτόν και για εσάς και για εμένα να παίρνετε απόφαση. Και γι αυτό ορκίζομαι στους θεούς ότι δεν μου φτάνει κανένας βωμός, αλλά θέλω να δείξω ότι αυτοί όχι μόνο είναι πολύ άδικοι προς τους ανθρώπους αλλά και πολύ ασεβείς προς τους θεούς. Για σας λοιπόν, άνδρες καλοί, απορώ που δεν βοηθάτε τους εαυτούς σας. Γιατί να ξέρετε ότι το δικό μου όνομα δεν είναι πιο εύκολο να διαγραφεί από τον κατάλογο από το όνομα του καθενός από εσάς. 

-Κριτίας: Τι κάθεσαι, Σάτυρε, απομάκρυνε αυτόν τον ελεεινό από το βωμό! 

(Ο Σάτυρος με τους βοηθούς του αρπάζει τον Θηραμένη από το βωμό και τον σέρνει μέσα από την αγορά...) 

 -Σάτυρος: Άντε , κουνήσου! Προχώρα σου λέω! Άντε!
(Οι βουλευτές αναστατώνονται από τα λόγια του Κριτία, αλλά δεν αντιδρούν, διότι φοβούνται τους βοηθούς του Σάτυρου που κρατάνε εγχειρίδια)
-Θηραμένης: Είσαστε μάρτυρες, θεοί και άνθρωποι, βλέπετε τι μου κάνουν, με τραβάνε από τον ιερό βωμό!...
-Σάτυρος: Εάν δεν σταματήσεις να μιλάς, θα το μετανιώσεις!
-Θηραμένης: Γιατί, αν σταματήσω, δε θα το μετανιώσω; 

(Τότε ο Σάτυρος δίνει το δηλητήριο στο Θηραμένη, κι εκείνος το πίνει)

-Θηραμένης: Στην υγειά του ωραίου Κριτία!!!

Κριτίας: Βασίλης Μαδεμλής 
Θηραμένης: Αντώνης Φούρφαρο 
Σάτυρος: Σπύρος Φραγκιαδάκης 
Βοηθός Σάτυρου: Χρήστος Παυλίδης
Βουλευτές: Ανέστης Ταξίδης, Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, Ελένη Ζούτσου  




2η ομάδα


KΡΙΤΙΑΣ:  Ω Βουλή, εγώ θεωρώ πως πιο φρόνιμο και δίκαιο είναι να καταδικάσουμε τους προδότες με παραδειγματικό τρόπο, έτσι ώστε κανείς να μην ξανατολμήσει να αντιταχθεί σ΄ εμάς!



ΘΗΡΑΜΕΝΗΣ: Σας παρακαλώ, στέκομαι εδώ στο βωμό και σαν ικέτης, δούλος των θεών, σας εκλιπαρώ γι αυτό που είναι το πρέπον για μια σωστή δίκη. Εάν θέλετε να είστε ασεβέστατοι και αδικώτατοι, καταδικάστε με. Μα αν θέλετε να πράξετε το σωστό, τότε ακούστε με και ελευθερώστε με!


(Ενώ ο Θηραμένης με πονεμένο ύφος προσπαθεί να σωθεί, οι έντεκα με τα μαχαίρια απειλούν τη Βουλή)


ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ:  Αρκετά ακούσαμε, η απόφαση έχει πια παρθεί και το τέλος σου είναι κοντά. ‘Εσφαλες και πρέπει να πληρώσεις το τίμημα του λάθους σου.

ΚΡΙΤΙΑΣ: Πάρτε τον και οδηγήστε τον μέσα από την αγορά στο χώρο του θανάτου του.

ΣΑΤΥΡΟΣ: Έλα εδώ, σκύλε, το τέλος σου πλησιάζει. Ήξερες τι θα πάθαινες αν τα έβαζες με τον Κριτία. Αφού σαν μωρός και ανόητος άλογα έπραξες, τώρα στον Άδη θα έχεις την ευκαιρία να συνετιστείς και να καταλάβεις το λάθος σου. 


(Ο Θηραμένης σέρνεται απο τους άνδρες του Κριτία και οδηγείται σε ένα κτίσμα)

 

ΘΗΡΑΜΕΝΗΣ: Πολίτες, δείτε τους τυράννους τι μου κάνουνε! Καταπάτησαν τα πάντα και θεούς και νόμους για χάρη των χρημάτων και της εξουσίας!...

 

ΣΑΤΥΡΟΣ: Πάψε, ανόητε! Δεν το βλέπεις πως είσαι καταδικασμένος και πως δεν υπάρχει σωτηρία για σένα;



ΘΗΡΑΜΕΝΗΣ: Εγώ τούτο το δηλητήριο θα το πιω στην υγειά του Κριτία, του "συνετού" και "αγαθού" ανδρός. Μα ένα θέλω να γνωρίζετε, πως οι επόμενες γενιές θα τα δούν αυτά και πιστεύω πως δεν θα κάνουν τα ίδια λάθη και πως θα καταλάβουν οτι θυσιάστηκα στο όνομα της Δημοκρατίας!



(Με μια χαρακτηριστική κίνηση πετά το κώνειο όπως στον κότταβο και ξεψυχά)


ΚΡΙΤΙΑΣ: Γιάννης Τσιουκάνης
ΘΗΡΑΜΕΝΗΣ: Στάθης Ελενίδης
ΣΑΤΥΡΟΣ: Χριστίνα Μισακιάν
ΒΟΗΘΟΙ ΣΑΤΥΡΟΥ: Εσμά Χασάν, Φαίδρα Αναστασοπούλου
ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ: Αρετή Ηλιάδου, Αθανασία Ρούμογλου