Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Γιάννης Ρίτσος

Το 1937 ο Κωστής Παλαμάς χαιρετίζει το Γιάννη Ρίτσο με τον πασίγνωστο στίχο «παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις». Δεν επρόκειτο για μιαν απλή έξαρση. Θα αποδεικνυόταν ότι ο Παλαμάς απευθυνόταν σε έναν ποιητή πραγματικά κορυφαίο, ο οποίος πεθαίνοντας το 1990 θα άφηνε πίσω του ένα έργο τόσο επιβλητικό που ακόμη και σήμερα μόνο τον θαυμασμό προκαλεί. Το έργο το οποίο μας κληροδότησε ο Γιάννης Ρίτσος μας επιτρέπει να τον θεωρούμε έναν από τους βασικότερους εκπροσώπους της γενιάς του ´30 στο χώρο της ποίησης και να τον χαρακτηρίζουμε λυρικό και ερωτικό ποιητή, που προσανατόλισε την ποίησή του στην κοινωνική στράτευση. Ο πολυγραφότατος ποιητής μέσω των στίχων του εξέφρασε τα βιώματα, τα πιστεύω και την αντίστασή του σε γεγονότα που σημάδεψαν τόσο τη ζωή του όσο και την ελληνική πραγματικότητα.


Μετά
Mάρτυρες για τα λάθη σου δεν είχες. Mόνος μάρτυρας
ο ίδιος εσύ. Tα τακτοποίησες, τα μονόγραψες, τα σφράγισες
σε λευκούς πάντοτε φακέλους σα να ετοίμαζες
τη δίκαιη διαθήκη σου. Ύστερα
τα τοποθέτησες προσεχτικά στα ράφια. Tώρα, γαλήνιος,
(ίσως και κάπως φοβισμένος) ούτε βιάζεσαι
ούτε καθυστερείς, γνωρίζοντας ότι, μετά το θάνατό σου,
θ' ανακαλύψουμε πόσον ωραίος ήσουν,
πόσο πολύ πιο ωραίος πέρα απ' τις αρετές σου.

Aθήνα, 16.1.1988

(από το Aργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, Kέδρος 1991)


Στοιχεία ταυτότητας

Εικαστικό του Γιάννη Ρίτσου
Xρονολογία της γέννησής μου πιθανόν το 903 π.X. -
      εξίσου πιθανόν
το 903 μ.X. Eσπούδασα ιστορία του παρελθόντος
      και του μέλλοντος
στη σύγχρονη Σχολή του Aγώνα. Eπάγγελμά μου:
λόγια και λόγια, - τι νά 'κανα; Pακοσυλλέκτη με
      είπαν. Kαι τώντι.
Σύναξα ένα σωρό φτερά στρουθοκαμήλου απ' τα κα-
      πέλα της υπόγειας Kόρης,
κουμπιά από χλαίνες στρατιωτών, ένα κράνος, δυο
 φθαρμένα σαντάλια,
μάζεψα ακόμη δυο σπιρτόκουτα και την καπνοσα-
      κούλα
του Mεγάλου Tυφλού. Στο Ληξιαρχείο, τα τελευταία
      χρόνια, μού δωσαν
την πλέον απίθανη χρονολογία της γέννησής μου: 1909.
Bολεύτηκα μ' αυτήν, και μένω. Tέλος,
το 3909 κάθισα στο σκαμνί μου να καπνίσω ένα τσι-
      γάρο. Tότε
κατάφτασαν οι κόλακες· με προσκυνούσαν· μου περ-
      νούσαν στα δάχτυλα
λαμπρά δαχτυλίδια. Oι ανίδεοι δεν ξέραν
πως τά 'χα φτιάξει εγώ με τ' άδεια τους φυσίγγια πού
'χαν μείνει στους λόφους.
Γι' αυτό ακριβώς, για την ωραία τους άγνοια, τους
      αντάμειψα πλούσια
με αληθινά πετράδια και διπλάσιες κολακείες. Πάντως
το μόνο σίγουρο: τόπος της γέννησής μου: η Άκρα
      Mινώα.

(από τη Mονοβασιά, Kέδρος 1982) 



Ειρήνη
 (απόσπασμα)
Χειρόγραφο ποίημα για την εξέγερση του Πολυτεχνείου

 Ο πατέρας που γυρνάει τ' απόβραδο μ' ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
 μ' ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
 κ' οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
 είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
 είναι η ειρήνη.
 'Οταν οι ουλές απ' τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
 και μες στους λάκκους πούσκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
 και στις καρδιές πούκαψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της
 μπουμπούκια η ελπίδα
 κ' οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό  τους και νοιμηθούν δίχως
 παράπονο ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου, 
 είναι η ειρήνη.


 Η Ελένη 
(απόσπασμα)

Ναι, ναι, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πια δεν έρχεται. Κοντεύω
να ξεχάσω τα λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ το καλοκαίρι∙
σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες — κάτι θέλουν να πουν, — ανοησίες. Η μια τους
έχει βγει κιόλας έξω απ' το παράθυρο, τραβιέται, να σπάσει τους κρίκους,
να φύγει πάνω απ' τα δέντρα, — ίσως κιόλας να ζητάει να τραβήξει
ολόκληρο το σπίτι κάπου αλλού — μα το σπίτι αντιστέκεται μ' όλες τις γωνιές του
και μαζί του κ' εγώ, παρ' ότι νιώθω, εδώ και μήνες, ελευθερωμένη
απ' τούς νεκρούς μου κι απ' τον ίδιο τον εαυτό μου κι αυτή μου η αντίσταση,
ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι το μόνο δικό μου — ο δεσμός μου
με τούτο το κρεβάτι, με τούτη την κουρτίνα∙ — είναι κι ο φόβος μου, σα να κρατιέμαι
ολόσωμη απ' αυτό το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα πού φοράω στο δείχτη.

Αυτή την πέτρα περιεργάζομαι τώρα, σε απέραντες ώρες, μέσα στη νύχτα —
μαύρη, χωρίς ανταύγειες — μεγαλώνει, μεγαλώνει, γεμίζει
μαύρα νερά, — τα νερά πλημμυρίζουν, ψηλώνουν βουλιάζω,
όχι στον κάτω βυθό, σ' έναν επάνω βυθό∙ από κει πάνω
διακρίνω χαμηλά την κάμαρά μου, εμένα, τη ντουλάπα, τις δούλες
να διαπληκτίζονται άφωνες  βλέπω τη μια ανεβασμένη
σ' ένα σκαμνί να καθαρίζει το τζάμι απ' τη φωτογραφία τής Λήδας
με ύφος τραχύ, εκδικητικό∙ βλέπω το ξεσκονόπανο ν' αφήνει
μιαν ουρά σκόνη από λεπτές φυσαλίδες πού ανεβαίνουν και σπάζουν
με σιωπηλό μουρμουρητό γύρω στους αστραγάλους μου ή στα γόνατά μου.

Βλέπω κ' εσένα μ' ένα πρόσωπο εμβρόντητο, αμήχανο, τεθλασμένο
απ' τις αργές κινήσεις του μαύρου νερού, — πότε φαρδαίνει, πότε επιμηκύνεται το πρόσωπό σου
με κίτρινες ραβδώσεις. Τα μαλλιά σου σαλεύουν προς τα πάνω
σαν ανάστροφη μέδουσα. Μα υστέρα λέω: «είναι μονάχα μια πέτρα,
μια μικρή, πολύτιμη πέτρα». Όλο το μαύρο συστέλλεται τότε,
στεγνώνει κ' εντοπίζεται σ' έναν ελάχιστο κόμπο, — τον νιώθω εδώ,
λίγο πιο κάτω απ' το λαρύγγι μου. Και να με πάλι
στην κάμαρά μου, στο κρεβάτι μου, πλάι στα γνωστά μου φιαλίδια
που με κοιτούν ένα - ένα κατανεύοντας∙ — είναι οι μόνοι βοηθοί μου
στην αγρύπνια, στο φόβο, στη θύμηση, στη λησμοσύνη, στο άσθμα.

Εσύ τι κάνεις; Είσαι πάντα στο στρατό; Να προσέχεις. Μη σκοτίζεσαι τόσο
για ηρωισμούς, για αξιώματα και δόξες. Τι να τα κάνεις; Σου βρίσκεται ακόμα
κείνη η ασπίδα όπου είχες χαραγμένη τη μορφή μου; Ήσουν αστείος
με την ψηλή σου περικεφαλαία και τη μεγάλη της ουρά, — τόσο νέος,
τόσο συνεσταλμένος, σα να 'χες κρυμμένο το ωραίο πρόσωπό σου
στα πισινά πόδια ενός αλόγου κ' ή ουρά του κρεμόταν ως κάτω
στη γυμνή ράχη σου. Μη θυμώνεις ξανά. Μείνε λιγάκι ακόμα.

Πέρασε πια ό καιρός των ανταγωνισμών στερέψανε οι επιθυμίες
ίσως μπορούμε τώρα να κοιτάξουμε μαζί το ίδιο σημείο της ματαιότητας
όπου, θαρρώ, πραγματοποιούνται οι μόνες σωστές συναντήσεις — έστω αδιάφορες,
μα πάντα πραϋντικές — ή νέα κοινότητα μας, έρημη, ήσυχη, άδεια,
χωρίς μετακινήσεις κι αντιθέσεις, — ν' αναδεύουμε μόνο τη στάχτη στο τζάκι,
φτιάχνοντας πότε - πότε με τη στάχτη ψηλόλιγνες, ωραίες τεφροδόχες,
ή, καθισμένοι κατάχαμα, να χτυπάμε το χώμα με άηχες παλάμες.

Λίγο - λίγο τα πράγματα χάσαν τη σημασία τους, αδειάσαν άλλωστε
μήπως είχαν ποτέ τους καμιά σημασία; — χαλαρωμένα, κούφια
εμείς τα γεμίζαμε με άχυρο ή πίτουρο, να πάρουν σχήμα,
να πυκνώσουν, να στεριώσουν, να σταθούν, — τα τραπέζια, οι καρέκλες,
τα κρεβάτια πού πάνω τους πλαγιάζαμε, τα λόγια — πάντοτε κούφια
σαν τα πανένια σακούλια, σαν τις λινάτσες των έμπορων —
απ' έξω κιόλας ξεχωρίζεις τα προϊόντα πού περιέχουν
πατάτες ή κρεμμύδια, στάρι, καλαμπόκι, μύγδαλα ή αλεύρι.


Καμιά φορά, πιάνεται το τσουβάλι σε μιά πρόκα στη σκάλα
ή στο γάντζο μιας άγκυρας κάτω στο λιμάνι, γίνεται μιά τρύπα,
ξεχύνεται το αλεύρι — ένα ανόητο ποτάμι. Το τσουβάλι αδειάζει.
Το αλεύρι το μαζεύουν οι φτωχοί με τις φούχτες τους, να φτιάξουν
τίποτα πίττες ή κουρκούτι. Το τσουβάλι σωριάζεται. Κάποιος
το σηκώνει απ' τις δυο κάτω γωνιές του- το τινάζει στον αέρα-
ένα σύννεφο άσπρη σκόνη τον τυλίγει- ασπρίζουν τα μαλλιά του-
ασπρίζουν προπάντων τα φρύδια του. Οι άλλοι τον κοιτάζουν.
Τίποτα δεν καταλαβαίνουν περιμένουν ν' ανοίξει το στόμα, να μιλήσει.
Αυτός δε μιλάει. Διπλώνει το τσουβάλι στα τέσσερα- φεύγει
έτσι άσπρος, ανεξήγητος, αμίλητος, σα μεταμφιεσμένος
σαν ένας λάγνος γυμνός σκεπασμένος μ' ένα σεντόνι,
ή σαν πανούργος νεκρός, αναστημένος μες στα σάβανα του.
[...]


(Από τη σειρά Τέταρτη διάσταση 1972)


Ένα αφιέρωμα στον ποιητή από την εκπομπή ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ:


Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Αναζητώντας τον ορισμό της ποίησης


"Τι είναι, άραγε, η ποίηση;" αναρωτήθηκαν τα παιδιά του Α5 και χύθηκαν στη διερεύνηση του διαδικτύου για να βρουν την απάντηση που έψαχναν. Ανακάλυψαν πως το ίδιο ερώτημα είχε απασχολήσει νωρίτερα πολλούς ανθρώπους. Ποιητές, πεζογράφοι, άνθρωποι των Γραμμάτων και της Τέχνης,  σύγχρονοι και προγενέστεροι, διάσημοι και μη, είχαν προσπαθήσει να απαντήσουν στο ερώτημα. Ο καθένας είχε ορίσει την ποίηση ανάλογα με τη δική του πρόσληψη, τις εμπειρίες και τα συναισθήματά του. Τα παιδιά συγκέντρωσαν τους ορισμούς που βρήκαν και τους διάβασαν στην τάξη. Στη συνέχεια τους συζήτησαν, τους σχολίασαν, τους ερμήνευσαν, τους αξιολόγησαν. Κάποιους τους θεώρησαν εμπνευσμένους, μαγευτικούς, λυτρωτικούς, άλλους επιτηδευμένους, εξεζητημένους, εγκεφαλικούς.

 Αυστηροί κριτές οι μαθητές του Α5, με εκλεπτυσμένη αισθητική και ευαίσθητες κεραίες, δεν αρκέστηκαν στους ορισμούς των άλλων. Άρχισαν να διερευνούν τις δικές τους σκέψεις, τα δικά τους συναισθήματα, τη δική τους πρόσληψη της ποίησης. Στην ενδοσκόπησή τους οδηγοί μόνο οι παλμοί της καρδιάς τους. Ακολουθώντας το ένστικτό τους, αντλώντας από τη ψυχική δεξαμενή της νεότητάς τους και διηθώντας την ποίηση με τα φίλτρα της εφηβικής τους ευαισθησίας, έδωσαν τους δικούς τους -εκπληκτικούς- ορισμούς της ποίησης. Κάποια παιδιά εκφράστηκαν με λέξεις, άλλα με εικόνες, άλλα μετουσίωσαν τις λέξεις σε εικόνες.



Ορισμοί της ποίησης


Η ποίηση είναι ό,τι πιο όμορφο και τρυφερό για να εκφράσεις τα συναισθήματά σου.
 
Ποίημα δεν είναι μόνο το κομμάτι που αποτελείται από στίχους και στροφές αλλά και μια εικόνα που εκφράζει χιλιάδες συναισθήματα. 

Αν η ποίηση είναι ένα παιχνίδι, τότε κάθε ποιητής είναι νικητής.

Την ποίηση αν δεν την βρεις, την  φτιάχνεις.

Αν δεν υπάρχει ποίηση στα στάδια της ζωής σου, είναι σαν να μην υπάρχει χαμόγελο στο πρόσωπό σου.

Η ποίηση είναι ένα ρόδι τυχερό.

Η ποίηση είναι  ένα ταξίδι στο νησί του άπειρου κάλλους .

Η ποίηση είναι ένα υποθετικό ταξίδι του ποιητή στη ζωή και στο θάνατο.

Η ποίηση είναι ένας καθρέφτης που αντικαθρεπτίζεται  το πρόσωπό σου.

Η ποίηση είναι ένα μακρινό ταξίδι για το οποίο δεν έχει κανείς χάρτη να σου δείξει το δρόμο, έχεις όμως την πιο αξιόπιστη πυξίδα, το συναίσθημα.

Όπως η ζωή δεν έχει αξία αν δεν μπορείς να ζήσεις, έτσι και η ποίηση δεν έχει αξία αν δεν την χρησιμοποιήσεις.

Η ποίηση είναι η πιο συναισθηματική και εκπαιδευτική διαδικασία απο το "τι" στο "πώς" και στο "γιατί".

Όπως οι νέοι στηρίζονται στην ελπίδα, έτσι και η ποίηση στηρίζεται στο  συναίσθημα.


Χρύσα Τσανοσίδου



Ποίηση είναι oι λέξεις που δεν μπορούμε να εκφράσουμε με λόγια.

Η ποίηση είναι στη ζωή του ανθρώπου σαν την τροφή, χωρίς αυτή δεν μπορεί να ζήσει.

Ποίηση είναι η ένωση των κομματιών ενός σπασμένου τζαμιού.

Ποίηση είναι η έκρηξη των συναισθημάτων.

Ποίηση είναι το πρώτο ραντεβού ενός μεγάλου έρωτα.

Η ποίηση είναι το παράθυρο ενός σπιτιού, βλέποντας έξω από αυτό αντικρίζεις έναν διαφορετικό κόσμο.


Ρένα Χαμουρατίδου



Ποίηση είναι ο φίλος που γνωρίζει καλύτερα από εσένα τα συναισθήματά σου.

Ποίηση είναι το στόμα που λέει όσα δεν μπορούμε να εκφράσουμε.

Ποίηση είναι καταιγισμός ανέκφραστων συναισθημάτων.

Ποίηση είναι το καμπανάκι που ξυπνάει το υποσυνείδητό σου, που με τη σειρά του ξυπνάει τον άνθρωπο μέσα σου.

Ποίηση είναι ο μαέστρος της μπάντας της ζωής.

Ποίηση είναι η προσθήκη διαλύτη στο πυκνό διάλυμα των συναισθημάτων.

Ποίηση είναι η Πνοή Ζωής της Δημιουργίας.

Ποίηση είναι το ισοκράτημα στο τραγούδι της ζωής.

Ποίηση είναι η ελπίδα (ή πιθανότητα) ζωής στον Άρη.

Ποίηση είναι ο χαώδης χορός του νέφους των ηλεκτρονίων του ατόμου.


Αρετή Τσίλια


Ποίηση είναι αυτό που δίνει στις τυφλές και κουφές καρδιές όραση και ακοή. 

Ποίηση είναι η αναπαράσταση της ζωής σε όλα της τα στάδια.

Ποίηση είναι αυτό που εμείς θέλουμε να είναι. 

Η ποίηση δε θα υπήρχε χωρίς τον άνθρωπο, αλλά και ο άνθρωπος θα δυσκολευόταν να υπάρξει χωρίς την ποίηση.

Η ποίηση με τον άνθρωπο είναι σαν ένα μαγνήτη με ένα μέταλλο. Όσο πιο κοντά έρχεται ο άνθρωπος στην την ποίηση, τόσο πιο πολύ τον αποσπά και του έλκει το ενδιαφέρον.

Ποίηση είναι η λέξη με τους άπειρους ορισμούς.


Σταμάτης Χονδρογιώργος


 
Ποίηση είναι η θάλασσα που μπορούμε να δούμε και να ακούσουμε.
Ποίηση είναι ο ήχος ενός κοχυλιού και ακούμε τον ορισμό της.

Ποίηση είναι η επικοινωνία των ανθρώπων με διαφορετικό φυλετικό τύπο και φύλο.

Ποίηση είναι ο ήλιος που όταν τον βλέπουμε κρυβόμαστε σ΄ αυτόν.



Ραφαηλία Ελευθεριάδου



Ποίηση είναι το συναίσθημα που μπορεί να εκφραστεί μονάχα με λέξεις.

Ποίηση είναι η ύπαρξη ενός άλλου κόσμου για τους χαμένους και ταλαιπωρημένους.

Ποίηση είναι το καταφύγιο των βασανισμένων ψυχών.

Ποίηση είναι η άκρη του νήματος που σε κρατά στη ζωή.

Ποίηση είναι το εισιτήριο για τη Χώρα του Ποτέ.

Ποίηση είναι η αγάπη που δε βρήκα στους ανθρώπους.

Ποίηση είναι η μάσκα που φοράνε οι απλοί πολίτες.

Ποίηση είναι η τάξη που βρίσκω στο χάος, αυτό που άλλοι παραμερίζουν δίχως να γνωρίζουν την αξία του.

Ποίηση είναι το αντικλείδι της πύλης του παραδείσου.

Ποίηση είναι ο καθρέπτης της ψυχής του ανθρώπου.

Ποίηση είναι το φωτάκι που μένει ανοιχτό λίγο προτού κοιμηθεί το παιδί.

Ποίηση είναι η αναπόληση αναμνήσεων ανεξίτηλα αποτυπωμένων στο νου.

Ποίηση είναι το ραβδί από λέξεις που διώχνει μακριά φόβους και αμφιβολίες.



Κωνσταντίνα Τζιτζίκου 





Αϊτσά Χακήφ




Ποίηση είναι ένα κρυφό συναίσθημα που κατάφερε να γίνει γραπτός λόγος.

Ποίηση είναι ένας παράλληλος κόσμος.

Ποίηση είναι η αλήθεια και το ψέμα.
 
Ποίηση είναι τα συναισθήματα που κρύψαμε μέσα στο χαρτί. 

Ποίηση είναι ένας μείζων ή ελάσσων μουσικός ρυθμός. 


Μάγδα Καζάκου




Ποίηση είναι η ζωή που ποτέ δε ζήσαμε.

Ποίηση είναι το καύσιμο της ψυχής μας. 


Κωνσταντίνος Τοκαμάνης




Λένε πως ο ενθουσιασμός είναι μεταδοτικός. Μάλλον έχουν δίκιο. Ο ενθουσιασμός των παιδιών του Α5 μεταδίδεται και στα άλλα τμήματα της Α' τάξης

Διερώτηση, καταβύθιση, ορισμοί:
 
 
Η ποίηση είναι ο πιο έξυπνος τρόπος που είχε επινοήσει ποτέ ο άνθρωπος για να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα, γραπτή ή προφορική.

Η ποίηση είναι το μέσο με το οποίο μπορώ, όπως και ο καθένας μας μπορεί, να εκφράσω τα συναισθήματά μου χωρίς να κατηγορηθώ πως υπερβάλλω.

Η ποίηση είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία στη ζωή του ανθρώπου γιατί μόνο αυτή μπορεί να τον φέρει κοντά με την πραγματική τέχνη.

Η ποίηση είναι ο έρωτας εκφρασμένος με λέξεις.

Η ποίηση είναι η πηγή που σου παρέχει τη δύναμη που χρειάζεσαι για να κατακτήσεις τον κόσμο.

Η ποίηση είναι η μορφή τέχνης που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να εκφράσει τον ψυχικό του κόσμο ώστε να μείνει αιώνια πάνω στη γη.

Η ποίηση είναι ένα δέντρο από το οποίο μπορείς να πάρεις όλων των ειδών τους καρπούς και τα λουλούδια.

Η ποίηση είναι τα φτερά των αγγέλων που ο Θεός μας χάρισε για να τον πλησιάσουμε.

Η ποίηση είναι μια ανίατη αρρώστια που αν την κολλήσεις είσαι καταδικασμένος να πεθάνεις μαζί της.

Η ποίηση είναι σαν την αγάπη και τον έρωτα, δεν τη βλέπεις, όμως την αισθάνεσαι όπου κι αν βρίσκεσαι.

Η ποίηση είναι η τέχνη που μπορεί να αναδείξει έναν καλλιτέχνη, μπορεί όμως και να τον καταστρέψει.


Ιωάννα Τρυψιάνη
Μαρίνα Λουκά





Ο ενθουσιασμός είναι σίγουρα μεταδοτικός. Τα παιδιά της Β´ τάξης δε μένουν αμέτοχα στην προσπάθεια να οριστεί η ποίηση:



Η κουκίδα.
Ο κύριος δίπλα είπε πως αντιπροσωπεύει το ρατσισμό.
Ένας ακόμα περαστικός την ερμήνευσε απλά ως ένα καρκίνωμα.
Άλλος τη συσχέτισε με τον πόνο της ψυχής.
Η ποίηση.
Το να μπορεί να ερμηνεύει ο καθένας ξεχωριστά τη "μαύρη κουκίδα" ανάλογα με τα συναισθήματα που του δημιουργεί. Κάτι μικρό, πολλές φορές, και συνάμα μεγαλειώδες.
Η ποίηση, η κουκίδα.
Σταύρος Κετσιτζής