Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Η σαγηνευτική αυθυπαρξία των στίχων του Σολωμού

Μέσα στο ποιητικό τους περιβάλλον οι στίχοι του Σολωμού συντελούν στη δημιουργία υψηλής ποίησης, που συναρπάζει με το μεγαλείο της έντασής της. Ο κάθε στίχος του όμως είναι ταυτόχρονα και αυτόνομος, ανεξάρτητος. Καταφέρνει να εντοπίσει μια γωνιά του μυαλού και να κουρνιάσει σα να μην είχε υπόσταση και βάθος. Και ξαφνικά, σε ανύποπτο χρόνο, με κάποιο απρόσμενο ερέθισμα, ξεχύνεται από την κρυψώνα του με ορμή και κατακλύζει τις αισθήσεις. 


 
Διονύσιος Σολωμός

Ο Κρητικός



Ι
Eκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ακρογιάλι·      
«αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!».
Tρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω στ’ άλλο,
πολύ κοντά στην κορασιά, με βρόντημα μεγάλο·
τα πέλαγα στην αστραπή κι ο ουρανός αντήχαν,
οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.



II
Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
μά τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια,
μά τους συντρόφους πόπεσαν στην Kρήτη πολεμώντας,
μά την ψυχή που μ’ έκαψε τον κόσμο απαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα, κι εγώ το σάβανο τινάζω,
και σχίζω δρόμο και τσ’ αχνούς αναστημένους κράζω:
«Mην είδετε την ομορφιά που την Kοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδείτε το καλό εσείς κι ό,τι σας μοιάζει.
Kαπνός δε μένει από τη γη· νιος ουρανός εγίνη.
Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη».
«Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια,
στη θύρα τής Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια·
έψαλλε την Aνάσταση χαροποιά η φωνή της,
κι έδειχνεν ανυπομονιά για νά ’μπει στο κορμί της·
ο Oυρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος·
και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·
όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»). 


ΙΙΙ
Aκόμη εβάστουνε η βροντή . . . . . . . . . . . .
Kι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα·
κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’ αφήσει.
Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη,
εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.
















IV
Eκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν,
και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
κι ανεί τσ’ αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Tότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,
κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει.
Tέλος σ’ εμέ που βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
καταπώς στέκει στο Bοριά η πετροκαλαμίθρα,
όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει·
την κοίταζα ο βαριόμοιρος, μ’ εκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκειά κι αστοχισμένη,
που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει.
Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζει
ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.
Bρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολληώρα,
γιατί άκουσα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου·
έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου.
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
βλέπουνε μες την άβυσσο και στην καρδιά τ’ ανθρώπου,
κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 
«T’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Tούρκοι μού τ’ αδράξαν,
την αδελφή μού ατίμησαν κι αμέσως την εσφάξαν,
το γέροντα τον κύρη μου εκάψανε το βράδυ
και την αυγή μού ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
Στην Kρήτη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Mακριά ’πό κείθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου κι εβγήκα.
Bόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ’χω·
σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».



V
Eχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
κι εδάκρυσαν τα μάτια της κι εμοιάζαν της καλής μου.
Eχάθη, αλί μου, αλλ’ άκουσα του δάκρυου της ραντίδα
στο χέρι, που ’χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα.―
Eγώ από κείνη την στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
π’ αγνάντευεν Aγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
χαρά δεν του ’ναι ο πόλεμος· τ’ απλώνω του διαβάτη
ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι·
κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν,
αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ’ αστροπελέκι σκάει,
κι η θάλασσα να καταπιεί την κόρη αναζητάει,
ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει.―
Kαι τα νερά ’σχιζα μ’ αυτό, τα μυριομυρωδάτα,
με δύναμη που δέν ειχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
μήτε όταν τον μπομπο-Iσούφ και τσ’ άλλους δύο βαρούσα
σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου
(κι αυτό μου τ’ αύξαιν’) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.

Aλλά το πλέξιμ’ άργουνε, και μου τ’ αποκοιμούσε,
ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
και τον κρυφό της έρωτα της βρύσης τραγουδάει,
του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει.
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό που σέρνει τη λαλιά του
σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
κι αντιβουΐζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
ώστε που πρόβαλε η Aυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια.
Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό οπού τ’ αγρίκαα μόνος
στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος,
κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα
κι εφώναζα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα»
κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
καλή ’ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει·
δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός . . . . . . . . . . . .
δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Aν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομίζαν τον αέρα,
γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι . . . . . . .
μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Xάρος.
M’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και νά ’μπει δεν ημπόρει
ο ουρανός κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη·
με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω.
Έπαψε τέλος κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου,
που εστέναξε κι εγιόμισεν οχ την καλή μου·
και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.

(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1961)





...Όσο μαγευτικοί είναι οι στίχοι μέσα στο ποιητικό τους περιβάλλον, άλλο τόσο γοητευτικοί είναι όταν ξεχειλίζουν από τη μνήμη -και την καρδιά. Η αυθυπαρξία τους δεν εξηγείται, βιώνεται.


 Eκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ ακρογιάλι



Εσκεμμένη αναμφίβολα η χασμωδία του πρώτου ρήματος από έναν ποιητή που την απέφευγε επιμελώς. Η οκταπλή επανάληψη στον εναρκτήριο στίχο της έντασης του φωνήεντος άλφα  -που υπάρχει σε κάθε λέξη, δύο φορές σε τρεις εξ αυτών- δημιουργεί μια έντονη παρήχηση που υποβάλλει εύγλωττα την απόγνωση του αφηγητή στη συνειδητοποίηση των πραγματικών διαστάσεων της κατάστασής του. Η σκηνοθετική οπτική του στίχου υποβάλλει την αίσθηση πως η vox loquens κοιτά απελπισμένα το ακρογιάλι μέσα από το πέλαγος. Ναυαγός λοιπόν. Και το ακρογιάλι βρίσκεται σε απόσταση πραγματικά -ή ψυχολογικά- μακρινή. Ολοκληρώνοντας το πρώτο απόσπασμα, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο αφηγητής ήδη από τον πρώτο στίχο εξομολογείται το δέος του μπροστά στις δυνάμεις της φύσης που με την έντασή τους τον αποτρέπουν από την επιτέλεση του χρέους της διάσωσης της κορασιάς, πολύτιμης και μοναδικής γι αυτόν, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια

Ο στίχος ξεπροβάλλει σε κάθε συνειδητοποίηση της ανθρώπινης αδυναμίας μπροστά το πανίσχυρο μεγαλείο της φύσης...


σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα

Έκθαμβοι, παρακολουθούμε μαζί με τον αφηγητή τη θάλασσα, αναγκασμένη από ένα κρυφό μυστήριο, να ηρεμεί και να γίνεται όλο ησυχία και πάστρα. Διάφανη πια, αντικατοπτρίζει τον ουρανό που αποδεικνύει το μεγαλείο του παρατάσσοντας όλα τα άστρα του. Όμως η μεταμόρφωση της φύσης δε συμβαίνει μόνο σε ουρανό και θάλασσα. Συντελείται και στη στεριά. Η αίσθηση ότι η σιγή του κόσμου συμπεριλαμβάνει όλα τα στοιχεία της φύσης υποβάλλεται αριστοτεχνικά, καθώς η απαράμιλλη παρομοίωση του στίχου εγκιβωτίζει το μεγαλείο της στεριάς, ολάνθιστης και ευωδιαστής. Τα άστρα μετουσιώνονται σε λουλούδια ενός ευωδιαστού υγρού περιβολιού. Όραση και όσφρηση, διεγερμένες πια, είναι έτοιμες για τη μεταφυσική μορφή που θα εμφανιστεί σε λίγο μέσα από τον αντικατοπτρισμό του φεγγαριού στη θάλασσα.


Ανεξέλεγκτη η φύση -και πάλι- δρα κατά βούληση...


εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι



Υποβάλλεται η αίσθηση της γεωμετρικής τελειότητας της πανσελήνου. Μαζί και η αίσθηση της διαύγειας, της εύθραυστης διαφάνειας, η οποία  σείεται απαλά, καθώς ετοιμάζεται το ξετύλιγμα της τέλειας μορφής της φεγγαροντυμένης. Μορφής που, παρά τις ελπίδες του ναυαγού, δε βοηθά στη διάσωση της κόρης.

Κάθε αντικαθρέφτισμα πανσελήνου στη θάλασσα παίρνει άλλη διάσταση μετά την ανάγνωση αυτού του στίχου. Διάσταση προσμονής. Ίσως και μάταιης ελπίδας...


δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός..........................



Η ακοή δε θα μπορούσε να λείπει από την επιτακτική έγερση των αισθήσεων. Υποχείριό της ο αφηγητής, απλώς παραδέχεται την ανθρώπινη αδυναμία του μπροστά στην παντοδυναμία τους. Προσπαθεί απεγνωσμένα να απενοχοποιηθεί από την αποτυχία επιτέλεσης του χρέους, αντιμέτωπος κυρίως με τον εαυτό του. Αποδεικνύεται πως δεν απενοχοποιείται ποτέ, επαιτώντας για εξιλέωση μέχρι το αφηγηματικό του παρόν. Ο ήχος που τον κατακλύζει είναι τόσο δυνατός που


μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Xάρος.



Έρωτας και Θάνατος. Δίπολο-σταθμός. Ο Έρωτας είναι αναγέννηση  της ζωής, ο Θάνατος κατάληξή της. Ανίσχυρος ο άνθρωπος να έρθει αντιμέτωπος μαζί τους. Πάντα του επιβάλλονται. Κι όμως, Έρωτας και Χάρος είναι μόλις δυνατοί μπροστά στο μεταφυσικό ήχο.

Σε κάθε γλυκό ηχητικό βίωμα, μελωδική φωνή, συναρπαστικό κελάηδημα, νότες μουσικών οργάνων, είναι πάντα παρούσα η αναζήτηση του λεπτού, ανεκδιήγητου, ανεκλάλητου ήχου...


την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη


Ανατροπή. Διάψευση κάθε ελπίδας. Απόγνωση.
Σε μια δεύτερη ανάγνωση γίνεται φανερό ότι ο θάνατος της κόρης είχε εντέχνως προετοιμαστεί. Διάσπαρτες προσημάνσεις θα μπορούσαν να έχουν προϊδεάσει τον αναγνώστη. Αρχικά στον όρκο του αφηγητή (μά την ψυχή που μ’ έκαψε τον κόσμο απαρατώντας). Κατόπιν στη σκόπιμη αγνόηση της κόρης από τη φεγγαροντυμένη  (όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει), αλλά και στον αυτοχαρακτηρισμό του αφηγητή ως βαριόμοιρου. Τέλος, στο γεγονός ότι η επίκληση προς τη φεγγαροντυμένη (Bόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ’χω· /  σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο) δεν εισακούεται, αν και εκείνη συμπάσχει στον πόνο του (Eχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου). Ο αναγνώστης όμως εξακολουθεί να ελπίζει στη διάσωση της κόρης, αγνοώντας πεισματικά όλες τις ενδείξεις, ακριβώς όπως και ο αφηγητής κατά τη διάρκεια του ναυαγίου.


Η ελπίδα πεθαίνει μόνο με το Θάνατο...


Βρίθει αντιθέσεων που καθηλώνουν ο τελευταίος στίχος του ποιήματος. Από την πλήρη χαρά στην παγερή απελπισία. Από την έντονη κίνηση στην απόλυτη ακινησία του θανάτου. Από την ελπίδα επιτέλεσης του χρέους στην απεγνωσμένη και αιφνιδιαστική διάψευσή της. Η πυκνότητα αυτού του στίχου θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με εκείνη του καταληκτικού στίχου της παραλογής Του νεκρού αδελφού (Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο). Απλή επιρροή του Σολωμού από το δημοτικό τραγούδι ή ολοκληρωτική αφομοίωση του λαϊκού αισθήματος;


Ο στίχος είναι εκεί σε κάθε ανατροπή. Σε κάθε διάψευση...